Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επανήλθε χθες Πέμπτη, ζητώντας από το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ να επιτρέψει την εφαρμογή προεδρικού εκτελεστικού διατάγματος για αυστηρότερο έλεγχο στις επιστολικές ψήφους. Το αίτημα αυτό έρχεται δύο μήνες πριν από τις κρίσιμες εκλογές του μέσου της προεδρικής θητείας, με το δικαστήριο να διαθέτει σαφή συντηρητική πλειοψηφία.
Ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος καταγγέλλει συχνά τη δυνατότητα επιστολικής ψήφου σε διάφορες πολιτείες, υποστηρίζοντας πως αυτή η διαδικασία συνέβαλε στην ήττα του το 2020 από τον δημοκρατικό Τζο Μπάιντεν, την οποία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει.
Στις 31 Μαρτίου, υπεγράφη το διάταγμα για τον αυστηρότερο έλεγχο των επιστολικών ψήφων. Ωστόσο, το μέτρο αμφισβητείται δικαστικά από πολιτείες υπό δημοκρατική διακυβέρνηση.
Το ανώτατο δικαστήριο, χωρίς να αποφανθεί επί της ουσίας, προσέφερε προσωρινή επιτυχία στην κυβέρνηση Τραμπ στις 24 Αυγούστου, επιτρέποντας την προσωρινή ισχύ του διατάγματος.
Η συντηρητική πλειοψηφία του ανώτατου δικαστηρίου έκρινε ότι η αναστολή του διατάγματος από ομοσπονδιακό δικαστήριο ήταν πρόωρη, καθώς τα αμερικανικά ταχυδρομεία δεν είχαν ακόμη δημοσιοποιήσει τους σχετικούς κανόνες εφαρμογής.
Στις 27 Αυγούστου, το ίδιο δικαστήριο ανέστειλε εκ νέου το διάταγμα, μετά τη δημοσιοποίηση των κανόνων.
Το διάταγμα προβλέπει τη δημιουργία ομοσπονδιακού καταλόγου ψηφοφόρων από τις υπηρεσίες μετανάστευσης και κοινωνικής ασφάλισης, ενώ τα ταχυδρομεία θα παραδίδουν ψηφοδέλτια μόνο σε εγγεγραμμένους σε αυτόν τον κατάλογο.
Η αντιδημοτικότητα του προέδρου Τραμπ βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, προκαλώντας ανησυχία στους ρεπουμπλικάνους για το ενδεχόμενο απώλειας της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή ακόμη και στη Γερουσία στις επικείμενες εκλογές του Νοεμβρίου.