Έκκληση για ηρεμία απηύθυνε η κυβέρνηση της Μάλτας μετά την αθώωση του επιχειρηματία που κατηγορούνταν για τη δολοφονία της δημοσιογράφου Ντάφνι Καρουάνα Γκαλίζια το 2017, εξέλιξη που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην κοινωνία και στους διεθνείς οργανισμούς για την ελευθερία του Τύπου.
Η ετυμηγορία ανακοινώθηκε αργά το βράδυ της Τετάρτης, προκαλώντας την οργή της οικογένειας της δημοσιογράφου και την καταδίκη από τους «Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα», οι οποίοι χαρακτήρισαν την απόφαση «εξοργιστική και πέρα από κάθε όριο».
Ο πρωθυπουργός Ρόμπερτ Αμπέλα, που επανήλθε στην εξουσία τον Μάιο, δεν προχώρησε σε άμεσο σχολιασμό. Ωστόσο, η κυβέρνηση κάλεσε με επίσημη ανακοίνωση για αυτοσυγκράτηση και σύνεση στα δημόσια σχόλια σχετικά με την υπόθεση.
Στη δήλωση επισημαίνεται πως «έλαβε γνώση» της έκβασης της δίκης και τονίζεται η ανάγκη να αποφευχθούν τοποθετήσεις που «θα μπορούσαν να κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό» στη συγκεκριμένη ευαίσθητη περίοδο.
Η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλίζια έχασε τη ζωή της σε ηλικία 53 ετών, όταν εξερράγη παγιδευμένο αυτοκίνητο έξω από το σπίτι της τον Οκτώβριο του 2017. Η δολοφονία της προκάλεσε πολιτική αναταραχή στη Μάλτα και έστρεψε το διεθνές ενδιαφέρον στην αστυνομία και το δικαστικό σύστημα της χώρας.
Σε προηγούμενες δίκες, τρεις άνδρες καταδικάστηκαν ως εκτελεστές της δολοφονίας, ενώ δύο ακόμη κρίθηκαν ένοχοι για την προμήθεια της βόμβας και εκτίουν πολυετείς ποινές κάθειρξης.
Ωστόσο, ο επιχειρηματίας Γιόργκεν Φένεκ, κληρονόμος μεγάλης αυτοκρατορίας ακινήτων με ξενοδοχεία και καζίνο, αθωώθηκε με ψήφους 8-1 από τους ενόρκους για κατηγορίες συνέργειας σε φόνο και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση.
Οι εισαγγελείς δεν έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν έφεση κατά της ετυμηγορίας, εκτός αν προκύψουν εξαιρετικές δικονομικές συνθήκες.
Κατά τη διάρκεια της δίμηνης δίκης, η εισαγγελία υποστήριξε πως ο Φένεκ είχε κίνητρο να βλάψει τη δημοσιογράφο, επειδή εκείνη ετοιμαζόταν να αποκαλύψει πληροφορίες που τον αφορούσαν.
Αντιδράσεις από οικογένεια και αντιπολίτευση
Ο γιος της Καρουάνα Γκαλίζια, Μάθιου, εξέφρασε την απογοήτευσή του μέσω Facebook, υπογραμμίζοντας ότι «είχαν μια σπουδαία ευθύνη να αποδώσουν δικαιοσύνη. Κι αυτοί ένιψαν τα χέρια τους».
Το αντιπολιτευόμενο Εθνικιστικό Κόμμα πραγματοποίησε «σιωπηρή διαμαρτυρία» έξω από το γραφείο του πρωθυπουργού, με τον επικεφαλής Άλεξ Μποργκ να ζητά τη διακοπή της θερινής ανάπαυλας του κοινοβουλίου προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση.
Ο Φένεκ αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, ενώ η υπεράσπισή του υπέδειξε ως υπεύθυνο τον Κιθ Σκέμπρι, πρώην προσωπάρχη του τότε πρωθυπουργού Τζόζεφ Μούσκατ και στόχο των αποκαλύψεων της Καρουάνα Γκαλίζια.
Ο Μούσκατ, που ουδέποτε συνδέθηκε με τη δολοφονία, παραιτήθηκε τον Ιανουάριο του 2020 λόγω των πολιτικών συνεπειών της υπόθεσης. Η αστυνομία κατέθεσε στο δικαστήριο ότι ο Σκέμπρι δεν υπήρξε ποτέ ύποπτος, ενώ ο ίδιος αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στη δολοφονία.