Σε περιοδεία στη Λατινική Αμερική βρίσκεται ο επικεφαλής της ισραηλινής διπλωματίας, Γεδεών Σάαρ, καθώς η κυβέρνηση του Ισραήλ επιδιώκει να ενισχύσει τους δεσμούς της με χώρες της περιοχής όπου κυριαρχεί η δεξιά πολιτική σκηνή.
Ο κ. Σάαρ αποτελεί τον πρώτο υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ που επισκέπτεται τον Ισημερινό τα τελευταία 44 χρόνια, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή στις διμερείς σχέσεις.
Στην Κολομβία, ο Γεδεών Σάαρ αναμένεται να παραστεί στην τελετή ορκωμοσίας του νέου προέδρου, Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια, ο οποίος ανήκει στη σκληρή δεξιά και θεωρείται σύμμαχος του Ντόναλντ Τραμπ.
Πρόσφατα, ο κ. Σάαρ συζήτησε και με την Κέικο Φουχιμόρι, τη νέα πρόεδρο της δεξιάς στο Περού, ενισχύοντας περαιτέρω τις επαφές του Ισραήλ με ηγετικές προσωπικότητες της περιοχής.
Όπως σημείωσε ο ίδιος, «χάρη σε αποφασιστικές και συστηματικές διπλωματικές προσπάθειες, καταφέραμε να ενισχύσουμε και να ανανεώσουμε τις σχέσεις του Ισραήλ με πολλές χώρες σε όλη τη Λατινική Αμερική».
Ο εκλεγμένος πρόεδρος της Κολομβίας έχει ανακοινώσει την πρόθεσή του να μεταφέρει την πρεσβεία της χώρας από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, κίνηση που μέχρι σήμερα έχουν υιοθετήσει μόνο οι ΗΠΑ και λίγοι ακόμα σύμμαχοί τους.
Υπενθυμίζεται ότι ο απερχόμενος σοσιαλδημοκράτης πρόεδρος Γουστάβο Πέτρο διέκοψε το 2024 τις διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ λόγω του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας.
Το Ισραήλ είχε καταλάβει το ανατολικό τμήμα της Ιερουσαλήμ το 1967 και το προσάρτησε, ανακηρύσσοντας την πόλη πρωτεύουσά του. Ωστόσο, η διεθνής κοινότητα δεν αναγνωρίζει την προσάρτηση, θεωρώντας την ανατολική Ιερουσαλήμ κατεχόμενο έδαφος.
Η Αργεντινή, υπό τον Χαβιέρ Μιλέι, έχει επίσης υποσχεθεί να μεταφέρει την πρεσβεία της στην Ιερουσαλήμ, χωρίς όμως να έχει υλοποιήσει ακόμη τη δέσμευσή της. Σύμφωνα με ισραηλινά δημοσιεύματα, εμπόδιο αποτελεί διμερής διαφωνία σχετικά με εξερεύνηση πετρελαίου στις Μαλβίνες (Φόκλαντς), τις οποίες διεκδικεί η Αργεντινή από τη Βρετανία.
Οι διπλωματικές επιτυχίες του Ισραήλ στη Λατινική Αμερική καταγράφονται σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει έντονες διεθνείς επικρίσεις, κυρίως για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας από τον Οκτώβριο του 2023.