Αμετάβλητο αναμένεται να αφήσει το βασικό της επιτόκιο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη συνεδρίαση της Πέμπτης 23 Ιουλίου του Διοικητικού Συμβουλίου, κρατώντας στάση αναμονής μέχρι να αποτιμήσει τις οικονομικές επιπτώσεις της νέας γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Παρά την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τους προηγούμενους μήνες, η αναζωπύρωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και η εκ νέου άνοδος των τιμών της ενέργειας δημιουργούν νέα δεδομένα για τη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης.
Οι αγορές θεωρούν σχεδόν βέβαιο ότι το επιτόκιο καταθέσεων θα παραμείνει στο 2,25%, καθώς η αύξηση του Ιουνίου θεωρείται ακόμη πολύ πρόσφατη για να ακολουθήσει νέα παρέμβαση. Παράλληλα, αρκετά στελέχη της ΕΚΤ έχουν χαρακτηρίσει το σημερινό επίπεδο των επιτοκίων ως συμβατό με τον στόχο της σταθεροποίησης του πληθωρισμού, χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά την οικονομική δραστηριότητα.
Το βασικό ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στη συνέντευξη Τύπου της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία καλείται να δώσει το πρώτο επίσημο στίγμα για τις επόμενες κινήσεις της Τράπεζας. Οι επενδυτές θα αναζητήσουν ενδείξεις για το κατά πόσο το ενδεχόμενο νέας αύξησης των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό σενάριο ή αν η πρόσφατη αβεβαιότητα ενδέχεται να οδηγήσει σε πιο προσεκτική στάση.
Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες το περιβάλλον ήταν σαφώς πιο ευνοϊκό. Η προσωρινή εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είχε περιορίσει τις ανησυχίες στις αγορές ενέργειας, ενώ τα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Ιουνίου είχαν εκπλήξει θετικά, καθώς ο ετήσιος δείκτης τιμών καταναλωτή υποχώρησε περισσότερο από τις προβλέψεις, συνοδευόμενος από αποκλιμάκωση τόσο στον δομικό πληθωρισμό όσο και στις τιμές των υπηρεσιών.
Η εικόνα αυτή όμως άλλαξε μετά την επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου Brent πάνω από τα 95 δολάρια το βαρέλι αναζωπύρωσε τις ανησυχίες ότι το ενεργειακό κόστος μπορεί να περάσει εκ νέου στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών, δυσκολεύοντας την επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%.
Παρά την επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος, οι οικονομικές ενδείξεις για την Ευρωζώνη εξακολουθούν να παρουσιάζουν ανθεκτικότητα. Οι δείκτες επιχειρηματικού κλίματος υποδηλώνουν ότι η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με μέτριους ρυθμούς, ενώ μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων έχουν αποσταθεροποιηθεί.
Η πλειονότητα των οικονομολόγων εκτιμά ότι, εφόσον επιβεβαιωθεί η σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε ακόμη μία αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο, ολοκληρώνοντας τον κύκλο σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής. Οι αγορές, ωστόσο, εξακολουθούν να προεξοφλούν το ενδεχόμενο μιας επιπλέον αύξησης μέσα στο 2027, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις αποδειχθούν πιο επίμονες.
Πέρα από τη νομισματική πολιτική, η σημερινή συνέντευξη της Κριστίν Λαγκάρντ αναμένεται να περιλαμβάνει και ερωτήσεις σχετικά με το προσωπικό της μέλλον, καθώς συνεχίζονται οι εκτιμήσεις ότι ενδέχεται να αποχωρήσει από την προεδρία της ΕΚΤ πριν από την ολοκλήρωση της θητείας της, ανοίγοντας τη συζήτηση για τη διαδοχή της σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την ευρωπαϊκή οικονομία.