Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς χαρακτήρισε τη σημερινή ημέρα «καλή μέρα για τη Γερμανία», παρουσιάζοντας τις αποφάσεις της κυβέρνησης για τις μεταρρυθμίσεις στο σύστημα συντάξεων και φορολογίας.
Όπως δήλωσε, στόχος είναι να επανέλθει η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη βιωσιμότητα του κράτους πρόνοιας. Ο κ. Μερτς κάλεσε τους πολίτες να στηρίξουν τις αλλαγές, επισημαίνοντας ότι η επίδρασή τους στην οικονομία δεν μπορεί ακόμη να εκτιμηθεί με ακρίβεια.
Η χρηματοδότηση των μέτρων θα προέλθει κυρίως από αλλαγές στον φόρο περιουσίας. Η πρόταση προβλέπει φορολογικό συντελεστή 45% για εισοδήματα άνω των 250.000 ευρώ και 47% για εισοδήματα πάνω από 280.000 ευρώ.
Ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ (SPD) τόνισε ότι «οι υψηλότερα αμειβόμενοι στη χώρα μας θα επωμιστούν επομένως μεγαλύτερο μερίδιο». Παράλληλα, τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα έως 60.000 ευρώ ετησίως θα απαλλαγούν από φόρους έως και 600 ευρώ τον χρόνο, ξεκινώντας από το 2028.
Το πακέτο μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνει μείωση της γραφειοκρατίας, κατάργηση περιττών αιτήσεων και προσαρμογή των εγγράφων προστασίας προσωπικών δεδομένων στο ελάχιστο ευρωπαϊκό πρότυπο.
Προβλέπεται επίσης απλοποίηση των φορολογικών δηλώσεων, αυστηρότερα μέτρα κατά των απάτων στην κοινωνική πρόνοια και αλλαγές στην αγορά εργασίας.
Καταργείται η δυνατότητα χορήγησης αναρρωτικής άδειας μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας με γιατρό, απαιτώντας πλέον επίσημη ιατρική γνωμάτευση από την πρώτη ημέρα ασθένειας. Η κυβέρνηση στοχεύει στην ψήφιση των μέτρων έως το τέλος του έτους και στην εφαρμογή τους από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Ο καγκελάριος υπογράμμισε ότι «οι πολίτες θέλουν αποφάσεις και όχι καβγάδες» και πως η κυβέρνηση αποδεικνύει ότι το πολιτικό κέντρο μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στο μέλλον.
Με τις σημερινές αποφάσεις, όπως είπε, διασφαλίζονται η ανάπτυξη, η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Κάλεσε δε τους πολίτες να συμμετάσχουν ενεργά στην εφαρμογή των νέων μέτρων, εκφράζοντας αισιοδοξία ότι η Γερμανία «θα νιώσει σύντομα ότι τα πράγματα αλλάζουν και η ζωή θα γίνει ευκολότερη».
Απαντώντας σε ερώτηση για τις προοπτικές ανάπτυξης, ο κ. Μερτς παραδέχθηκε ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί ακόμη το ακριβές ύψος της, σημειώνοντας πως «δεν υπάρχει κάτι που θα φέρει ένα big bang, αλλά πολλά στοιχεία μαζί που θα οδηγήσουν σε ανάπτυξη».
Εξέφρασε επίσης τη βεβαιότητα ότι θα ενισχυθεί μακροπρόθεσμα η εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση, ενώ απέκλεισε άμεσες αλλαγές στον εκλογικό νόμο, παραπέμποντας τη σχετική συζήτηση στο επόμενο έτος.
Σε ερώτηση για τον διεθνή ανταγωνισμό, ο Φρίντριχ Μερτς υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση δεν επιθυμεί την περαιτέρω διεύρυνση των εμπορικών ανισορροπιών μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας.
Τόνισε την ανάγκη «να αμυνθούμε απέναντι στον αθέμιτο ανταγωνισμό των επιδοτήσεων, της πλεονάζουσας δυνατότητας παραγωγής και τεχνητά υποτιμημένα νομίσματα», επισημαίνοντας ότι η εξάρτηση μεταξύ ΕΕ και Κίνας πρέπει να είναι αμοιβαία και όχι μονόπλευρη. «Αγκαλιάζουμε τον δίκαιο ανταγωνισμό, αλλά αμυνόμαστε ενάντια στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές», κατέληξε.