Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ενέκρινε την απόλυση, εκ μέρους του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, μιας αξιωματούχου της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC), της αμερικανικής αρχής ανταγωνισμού. Η απόφαση αυτή ανοίγει τον δρόμο για ενισχυμένο έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας επί των θεωρητικά ανεξάρτητων αρχών.
Με την ετυμηγορία του, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση ενός Εφετείου, το οποίο τον Μάρτιο του 2025 είχε μπλοκάρει την απόλυση της Ρεμπέκα Σλότερ, μίας εκ των πέντε επιτρόπων της FTC. Οι έξι συντηρητικοί δικαστές τάχθηκαν υπέρ της κυβέρνησης Τραμπ, ενώ οι τρεις προοδευτικοί, διορισμένοι από Δημοκρατικούς προέδρους, ψήφισαν κατά.
Στο σκεπτικό τους, οι συντηρητικοί δικαστές ακυρώνουν προηγούμενη απόφαση του 1935, η οποία απαγόρευε στον πρόεδρο να απομακρύνει επικεφαλής ανεξάρτητης υπηρεσίας χωρίς βάσιμη και αιτιολογημένη αιτία. Με βάση το καταστατικό της FTC, ένας επίτροπος μπορεί να απολυθεί μόνο για «ανεπάρκεια, αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος».
Η Σλότερ, διορισμένη από τον Δημοκρατικό πρώην πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, ήταν μία από τους δύο Δημοκρατικούς επιτρόπους της FTC που απέλυσε ο Τραμπ. Η θητεία της έληγε κανονικά το 2029. Δημοκρατικοί γερουσιαστές και αντιμονοπωλιακές οργανώσεις εξέφρασαν ανησυχίες ότι οι απολύσεις αποσκοπούν στον περιορισμό του ελέγχου της υπηρεσίας στις μεγάλες εταιρείες.
Σε ανάρτησή του, ο Τραμπ χαρακτήρισε την απόφαση «μεγάλη νίκη» που «επιβεβαιώνει την εξουσία του προέδρου να αντικαθιστά μέλη της εκτελεστικής εξουσίας». Τόνισε πως πρόκειται για μια «ιστορική και άνευ προηγουμένου» εξέλιξη και «μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις όσον αφορά τις προεδρικές εξουσίες».
Η έγκριση της απόλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελεί ακόμη ένα πλήγμα στην αυτονομία των ανεξάρτητων κυβερνητικών υπηρεσιών. Τον Ιούνιο του 2024, οι δικαστές είχαν ήδη αμφισβητήσει το «δόγμα Σέβρον», απόφαση του 1984 που αναγνώριζε την αυτονομία των υπηρεσιών να ερμηνεύουν τους νόμους που ψηφίζει το Κογκρέσο.