Οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street κατέγραψαν πολύ ισχυρά κέρδη στο πρώτο τρίμηνο του 2026, καθώς η έντονη μεταβλητότητα που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν έδωσε μεγάλη ώθηση στις δραστηριότητες trading.
Η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε κυρίως στα αποτελέσματα των JPMorgan Chase, Citigroup και Wells Fargo, με τα συνολικά τους κέρδη να ξεπερνούν τα 27,5 δισ. δολάρια στο τρίμηνο.
Σύμφωνα με τα οικονομικά αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν, η JPMorgan εμφάνισε καθαρά κέρδη 16,5 δισ. δολαρίων, με τα έσοδα από trading να φτάνουν σε ιστορικό υψηλό 11,6 δισ. δολαρίων.
Η τράπεζα ωφελήθηκε από τη μεγάλη κινητικότητα στις αγορές μετοχών, ομολόγων και εμπορευμάτων, καθώς οι πελάτες της αναζητούσαν τρόπους να καλύψουν τους κινδύνους και να προσαρμόσουν τα χαρτοφυλάκιά τους.
Η Citigroup κατέγραψε την καλύτερη τριμηνιαία επίδοσή της εδώ και μία δεκαετία. Τα έσοδά της έφτασαν τα 24,6 δισ. δολάρια, ενώ τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά 42% και διαμορφώθηκαν στα 5,8 δισ. δολάρια.
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η συμβολή του trading, με τα σχετικά έσοδα να ανεβαίνουν στα 7,2 δισ. δολάρια, καθώς η αναταραχή στις αγορές ενίσχυσε τη δραστηριότητα σε μετοχές και σταθερό εισόδημα.
Η Wells Fargo, παρότι έχει μεγαλύτερη έκθεση στην παραδοσιακή τραπεζική, ανακοίνωσε επίσης αύξηση κερδών 7%, στα 5,3 δισ. δολάρια.
Η τράπεζα εμφανίστηκε πιο προσεκτική για την επίδραση του πολέμου και των υψηλότερων τιμών ενέργειας στην κατανάλωση, επισημαίνοντας ότι οι πελάτες της δαπανούν αισθητά περισσότερα για καύσιμα σε σχέση με πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Η μεταβλητότητα στήριξε το trading
Τραπεζικά στελέχη έδωσαν έμφαση στο ότι η συγκεκριμένη μορφή μεταβλητότητας ήταν ευνοϊκή για τις επενδυτικές τράπεζες, επειδή δημιούργησε συναλλακτική δραστηριότητα χωρίς να «παγώσει» τη ρευστότητα των αγορών.
Ο οικονομικός διευθυντής της JPMorgan, Τζέρεμι Μπάρναμ, ανέφερε, σύμφωνα με τους Financial Times ότι «δεν έχουμε δει τη λεγόμενη κακή μεταβλητότητα», εξηγώντας ότι δεν υπήρξαν ακραία αποσπασματικές κινήσεις ή έλλειψη ρευστότητας που θα κρατούσαν τους πελάτες εκτός αγοράς.
Από την πλευρά της Citigroup, η διευθύνουσα σύμβουλος Τζέιν Φρέιζερ υπογράμμισε ότι η τράπεζα βρίσκεται πλέον στο τελικό στάδιο του πολυετούς μετασχηματισμού της.
Όπως ανέφερε, «έχουμε εισέλθει στην τελική φάση των αποεπενδύσεων και το 90% των προγραμμάτων μετασχηματισμού βρίσκεται πλέον στον στόχο ή πολύ κοντά σε αυτόν», στέλνοντας μήνυμα ότι η Citi επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη βελτίωση των επιδόσεών της σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας.
Ισχυρά κέρδη με φόντο αυξημένους κινδύνους
Παρά τα ισχυρά αποτελέσματα, οι διοικήσεις των τραπεζών κράτησαν επιφυλακτικό τόνο για τη συνέχεια.
Ο Τζέιμι Ντάιμον της JPMorgan τόνισε στους Financial Times ότι η αμερικανική οικονομία παραμένει ανθεκτική, αλλά προειδοποίησε πως υπάρχουν «ένας ολοένα και πιο σύνθετος συνδυασμός κινδύνων», όπως οι γεωπολιτικές εντάσεις, η μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας και οι αβεβαιότητες στο εμπόριο.
Στο ίδιο πνεύμα, και άλλα στελέχη της Wall Street επισήμαναν ότι η παράταση της κρίσης θα μπορούσε να πιέσει την πραγματική οικονομία, ακόμη κι αν το trading συνεχίσει να αποδίδει βραχυπρόθεσμα.
Έτσι, το πρώτο τρίμηνο του 2026 επιβεβαίωσε ότι οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες μπορούν να μετατρέπουν τη γεωπολιτική αναταραχή σε αυξημένα έσοδα από συναλλαγές.
Ωστόσο, η ίδια αυτή κρίση που ενίσχυσε τα κέρδη τους παραμένει πηγή κινδύνου για τους επόμενους μήνες, ειδικά αν οι πιέσεις στην ενέργεια και στην κατανάλωση αρχίσουν να επηρεάζουν πιο ουσιαστικά δανειολήπτες και επιχειρήσεις.