Οι αεροπορικές εταιρείες Qantas Airways, SAS και Air New Zealand ανακοίνωσαν αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων, αποδίδοντάς τες στην απότομη άνοδο του κόστους καυσίμων λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Οι τιμές των καυσίμων αεροσκαφών, που κυμαίνονταν στα 85-90 δολάρια το βαρέλι πριν από τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στο Ιράν, εκτοξεύθηκαν στα 150-200 δολάρια, σύμφωνα με τον εθνικό αερομεταφορέα της Νέας Ζηλανδίας.
Ο πόλεμος έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη ναυσιπλοΐα μέσω της σημαντικότερης διόδου εξαγωγής πετρελαίου παγκοσμίως, οδηγώντας σε άνοδο των τιμών και φόβους για μείωση των ταξιδιών.
Οι αυξημένες τιμές εισιτηρίων σε ορισμένες διαδρομές ενδέχεται να οδηγήσουν σε καθήλωση αεροσκαφών και περιορισμό δρομολογίων.
«Αυξήσεις αυτού του μεγέθους καθιστούν απαραίτητη μια αντίδραση προκειμένου να διατηρηθούν σταθερές και αξιόπιστες λειτουργίες», δήλωσε εκπρόσωπος της SAS στο Reuters, εξηγώντας ότι εφαρμόστηκε μια προσωρινή προσαρμογή τιμών.
Η εταιρεία είχε ήδη τροποποιήσει την πολιτική αντιστάθμισης κινδύνου καυσίμων λόγω αβεβαιότητας και δεν έχει καλύψει την κατανάλωση για τους επόμενους 12 μήνες.
Αντίθετα, εταιρείες όπως η Lufthansa και η Ryanair έχουν εφαρμόσει στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου, εξασφαλίζοντας μέρος των προμηθειών τους σε σταθερές τιμές. Η Finnair, ωστόσο, προειδοποίησε ότι η ίδια η διαθεσιμότητα καυσίμων θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο εάν η σύγκρουση συνεχιστεί.
Το Κουβέιτ, βασικός εξαγωγέας καυσίμων αεριωθούμενων, έχει ήδη μειώσει την παραγωγή. Εκπρόσωπος της Finnair ανέφερε ότι «μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο την τιμή αλλά και τη διαθεσιμότητα των καυσίμων», αν και μέχρι στιγμής η εταιρεία έχει εξασφαλίσει το 80% των αναγκών του πρώτου τριμήνου.
Αναταραχή στον εναέριο χώρο της Μέσης Ανατολής
Η υπηρεσία Flightradar24 ανέφερε ότι αεροσκάφη με προορισμό το Ντουμπάι τέθηκαν προσωρινά σε αναμονή λόγω φόβων για πυραυλική επίθεση, προτού ολοκληρωθούν οι προσγειώσεις. Το περιστατικό υπογραμμίζει το χάος που επικρατεί στον εναέριο χώρο της περιοχής.
Η Qantas εξετάζει ανακατανομή χωρητικότητας προς την Ευρώπη, καθώς οι επιβάτες και οι αεροπορικές εταιρείες αναζητούν ασφαλέστερες διαδρομές. Οι τιμές εισιτηρίων στα δρομολόγια Ασίας-Ευρώπης έχουν εκτοξευθεί, ενώ η Cathay Pacific προσθέτει επιπλέον πτήσεις προς Λονδίνο και Ζυρίχη.
Η Air New Zealand αύξησε τους ναύλους εσωτερικών πτήσεων κατά 6 δολάρια, διεθνών μικρών αποστάσεων κατά 12 δολάρια και μακρινών πτήσεων κατά 53,5 δολάρια, προειδοποιώντας για περαιτέρω προσαρμογές εάν οι τιμές καυσίμων παραμείνουν υψηλές.
Παράλληλα, η Hong Kong Airlines ανακοίνωσε αύξηση επιβαρύνσεων καυσίμων έως 35,2%, με τις μεγαλύτερες στις πτήσεις προς Μαλδίβες, Μπαγκλαντές και Νεπάλ.
Αντιδράσεις στις αγορές και επιπτώσεις στην αεροπορική βιομηχανία
Οι μετοχές αεροπορικών εταιρειών σημείωσαν άνοδο, ενώ οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν στα 90 δολάρια από το χθεσινό υψηλό των 119, μετά τη δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει σύντομα.
Στην Ευρώπη, οι μετοχές αυξήθηκαν 4%-7%, ενώ στην Ασία καταγράφηκε σταθεροποίηση, με την Qantas να κλείνει με +0,5%, την Korean Air Lines +3% και την Cathay Pacific +3,6%.
Τα καύσιμα αποτελούν το δεύτερο μεγαλύτερο έξοδο για τους αερομεταφορείς μετά την εργασία, αντιπροσωπεύοντας έως και το ένα τέταρτο των λειτουργικών δαπανών.
Παράλληλα, οι περιορισμοί στον εναέριο χώρο δυσχεραίνουν τη λειτουργία των αεροπορικών δικτύων, καθώς οι πιλότοι τροποποιούν διαδρομές για να αποφύγουν τις εμπόλεμες ζώνες.
Οι Emirates, Qatar Airways και Etihad μεταφέρουν περίπου το ένα τρίτο της επιβατικής κίνησης Ευρώπης-Ασίας και πάνω από τους μισούς επιβάτες προς την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, σύμφωνα με την Cirium.
Η νέα γεωπολιτική κρίση έρχεται να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες προκλήσεις που δημιούργησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, περιορίζοντας περαιτέρω τον διαθέσιμο εναέριο χώρο και αυξάνοντας την πολυπλοκότητα των επιχειρήσεων.