Με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να μαίνεται για τρίτη εβδομάδα και την ανησυχία για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και τις οικονομικές επιπτώσεις να εντείνεται, πολλοί αναλυτές και διαμορφωτές πολιτικής υπενθυμίζουν τις πικρές εμπειρίες της πετρελαϊκή κρίση του 1973.
Η ιστορική εκείνη εμπειρία αποτελεί διαχρονικά σημείο αναφοράς, επειδή έδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο ότι μια διαταραχή στην αγορά πετρελαίου δεν επηρεάζει μόνο τις τιμές των καυσίμων, αλλά μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές συνέπειες στην οικονομία, την πολιτική και κατ' επέκταση την καθημερινή ζωή.
Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 δεν ήταν μόνο μια ενεργειακή αναταραχή, αλλά ήταν ένα σοκ που άλλαξε την οικονομία, την πολιτική και την καθημερινότητα στη Δύση, αποκαλύπτοντας πόσο ευάλωτες ήταν οι βιομηχανικές κοινωνίες χωρίς πρόσβασησε πετρέλαιο.
Από τις ουρές στα πρατήρια και την εκτόξευση των τιμών μέχρι τις αλλαγές στην εξωτερική πολιτική και την αναζήτηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας, η κρίση εκείνη άφησε αποτύπωμα που παραμένει ορατό μέχρι σήμερα.
Όπως επισημαίνει το Bloomberg, το πετρελαϊκό σοκ του 1973 έδειξε πώς μια διαταραχή στην ενέργεια μπορεί πολύ γρήγορα να μετατραπεί σε μια ευρύτερη κρίση.
Η αφορμή ήταν ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, όταν η Αίγυπτος και η Συρία επιτέθηκαν στο Ισραήλ και αραβικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες περιόρισαν τις προμήθειες πετρελαίου προς τις χώρες που στήριζαν το Ισραήλ.
Η εξέλιξη αυτή επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την αμερικανική οικονομία, η οποία ήδη αντιμετώπιζε αυξανόμενο πληθωρισμό και πολιτική πίεση προς τον πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον.
Tο αραβικό εμπάργκο πετρελαίου επιβλήθηκε τον Οκτώβριο του 1973 και στόχευσε κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ολλανδία, την Πορτογαλία, τη Ροδεσία και τη Νότια Αφρική, ως αντίποινα για τη στήριξή τους στο Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ήταν η πρώτη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση της σύγχρονης εποχής και προκάλεσε απότομη αύξηση των τιμών, ελλείψεις καυσίμων και μια παγκόσμια ενεργειακή αναστάτωση.
Η EBSCO εξηγεί ότι η κρίση του 1973 ανέδειξε τη μεγάλη εξάρτηση των ανεπτυγμένων οικονομιών από το εισαγόμενο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής.
Η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία είχαν ενισχύσει την κατανάλωση πετρελαίου, εγκαταλείποντας σταδιακά τον άνθρακα, ενώ ακόμη και οι ΗΠΑ, παρά τη δική τους παραγωγή, κάλυπταν σημαντικό μέρος των αναγκών τους με εισαγωγές.
Όταν περιορίστηκαν οι αποστολές, οι χώρες που εξαρτώνταν από το πετρέλαιο βρέθηκαν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για προμήθειες, με την τιμή του αργού να εκτινάσσεται.
Η οικονομική ασφυξία της πετρελαϊκής κρίσης
Η EBSCO περιγράφει ότι και η κρίση του 1973 και εκείνη του 1979 οδήγησαν σε στασιμοπληθωρισμό, δηλαδή σε έναν συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού και χαμηλής ανάπτυξης.
Το φαινόμενο αυτό κλόνισε τις δυτικές οικονομίες, αύξησε την ανεργία και έδειξε ότι η φθηνή ενέργεια δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται δεδομένη.
Η άνοδος του κόστους της ενέργειας επηρέασε όχι μόνο τα καύσιμα και τη θέρμανση, αλλά και την παραγωγή, τις μεταφορές και τις τιμές βασικών αγαθών.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κρίση έγινε ορατή στην καθημερινή ζωή. Το Bloomberg θυμίζει τις μεγάλες ουρές στα βενζινάδικα, τον πανικό των οδηγών και την αίσθηση γενικευμένης έλλειψης.
Πολλοί περίμεναν για ώρες για να γεμίσουν το ρεζερβουάρ τους, ενώ άλλοι γυρνούσαν από πρατήριο σε πρατήριο βάζοντας μικρές ποσότητες βενζίνης, φοβούμενοι ότι η κατάσταση θα χειροτερέψει. Η εικόνα αυτή δημιούργησε μια ψυχολογία ανασφάλειας που ξεπέρασε την ίδια την πραγματική διαθεσιμότητα καυσίμων.
Το BBC φωτίζει μια λιγότερο γνωστή αλλά χαρακτηριστική πτυχή της περιόδου: την απόφαση της κυβέρνησης Νίξον να επιβάλει θερινή ώρα στη μέση του χειμώνα, από τον Ιανουάριο του 1974, ως μέτρο εξοικονόμησης ενέργειας.
Σε τηλεοπτικό του διάγγελμα, ο Νίξον παρουσίασε το μέτρο ως τμήμα της έκτακτης απάντησης στην κρίση. Όπως μετέδιδε τότε ο ανταποκριτής του BBC Τζον Χάμφρις, «ο αμερικανικός τρόπος ζωής πρόκειται να αλλάξει».
Η λογική ήταν ότι τα φωτεινότερα απογεύματα θα μείωναν την κατανάλωση ρεύματος, όμως η απόφαση έφερε και σοβαρές αντιδράσεις, αφού παιδιά περίμεναν το σχολικό λεωφορείο μέσα στο σκοτάδι και εργαζόμενοι μετακινούνταν πριν ξημερώσει.
Η κρίση που άλλαξε πολιτική και ενέργεια
Ο Νίξον δεν περιορίστηκε στην αλλαγή της ώρας. Όπως αναφέρει το BBC κάλεσε τους πολίτες να μειώσουν τη θέρμανση στα σπίτια, τα γραφεία και τα εργοστάσια, να οδηγούν πιο αργά και να χρησιμοποιούν συνεπιβίβαση.
Μάλιστα, επιχείρησε να πείσει το κοινό λέγοντας πως μια εσωτερική θερμοκρασία 18 έως 20 βαθμών Κελσίου είναι πιο υγιεινή από τους 23 έως 26 βαθμούς. Την ίδια ώρα, μειώθηκαν πτήσεις, περιορίστηκε η κατανάλωση καυσίμων και άνοιξε μια ευρύτερη δημόσια συζήτηση για τη σπατάλη ενέργειας.
Οι πολιτικές συνέπειες ήταν επίσης βαθιές. Η κρίση επιδείνωσε την ήδη δύσκολη θέση του Νίξον, ο οποίος βρισκόταν αντιμέτωπος με οικονομική φθορά και το σκάνδαλο Watergate.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο την αμερικανική οικονομία και έπληξε τη δημοτικότητα της κυβέρνησης. Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή πίεση δοκίμασε και τις διεθνείς συμμαχίες.
Ευρωπαϊκές χώρες και η Ιαπωνία βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα ανάμεσα στη στήριξη του Ισραήλ και στη διασφάλιση πρόσβασης στο αραβικό πετρέλαιο.
Κατά την EBSCO, η κρίση του 1973 οδήγησε και σε μια σημαντική μετατόπιση ισχύος στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Ο έλεγχος της αγοράς πετρελαίου πέρασε σταδιακά από τις μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες προς τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες και τον OPEC.
Αυτό άλλαξε όχι μόνο τις τιμές, αλλά και τη γεωπολιτική ισορροπία, καθώς τα πετρελαιοεξαγωγικά κράτη απέκτησαν πολύ μεγαλύτερη επιρροή στις διεθνείς εξελίξεις.
Η κρίση επιτάχυνε και αποφάσεις που υπό άλλες συνθήκες ίσως καθυστερούσαν.
Στις ΗΠΑ επισπεύσθηκε η έγκριση για τον αγωγό της Αλάσκας, παρά τις αντιδράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων, ενώ ενισχύθηκε το επιχείρημα υπέρ περισσότερων γεωτρήσεων και ενεργειακής αυτάρκειας.
Ταυτόχρονα, άνοιξε πιο έντονα η συζήτηση για εναλλακτικές μορφές ενέργειας και για αυτοκίνητα με χαμηλότερη κατανάλωση. Στα τέλη της δεκαετίας, οι Αμερικανοί άρχισαν να στρέφονται περισσότερο σε μικρότερα και οικονομικότερα οχήματα, εγκαταλείποντας σταδιακά τα μεγάλα, ενεργοβόρα μοντέλα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές χώρες αναγκάστηκαν να επανεξετάσουν τη σχέση τους με το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής.
Η κρίση οδήγησε σε αλλαγές στην εσωτερική ενεργειακή πολιτική, σε ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, αλλά και σε μεγαλύτερη έμφαση στην ενεργειακή αποδοτικότητα. Αυτές οι εξελίξεις δεν ήταν προσωρινές. Άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και πολίτες αντιμετώπιζαν την ενέργεια.