Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι δεν ανησυχεί για τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή και τις επιθέσεις στο Ιράν. Σε αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο πρακτορείο Reuters, τόνισε πως προτεραιότητά του παραμένει η στρατιωτική επιχείρηση.
«Δεν έχω την παραμικρή ανησυχία για αυτό», ανέφερε ο Τραμπ όταν ρωτήθηκε σχετικά με την άνοδο των τιμών στα πρατήρια. «Θα μειωθούν πολύ γρήγορα μόλις τελειώσει αυτό. Και αν αυξηθούν, ας αυξηθούν. Όμως, αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από το να ανέβει λίγο η τιμή της βενζίνης».
Ο πρόεδρος είχε κάνει λόγο για χρονοδιάγραμμα 4-5 εβδομάδων όσον αφορά τη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν. Ωστόσο, πολιτικοί και στρατιωτικοί αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση δεν έχει αποσαφηνίσει τον τελικό στόχο της επιχείρησης, ενώ ο πόλεμος εξαπλώνεται στην περιοχή.
Το πετρέλαιο και οι διεθνείς αγορές
Στην ίδια συνέντευξη, ο Τραμπ δήλωσε πως δεν εξετάζει την αποδέσμευση μέρους των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου των ΗΠΑ. Παράλληλα, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι το Στενό του Ορμούζ θα παραμείνει ανοικτό, υποστηρίζοντας πως ο ιρανικός στόλος βρίσκεται «στον βυθό της θάλασσας».
Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατά 16% από την έναρξη του πολέμου το Σάββατο, γεγονός που προκαλεί ανησυχία στις αγορές ενέργειας.
Επιπτώσεις στις τιμές καυσίμων και στην πολιτική σκηνή
Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί κατά 27 σεντς σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, φτάνοντας τα 3,25 δολάρια το γαλόνι, σύμφωνα με την αμερικανική ένωση αυτοκινητιστών. Ο μέσος όρος είναι υψηλότερος κατά 15 σεντς σε σχέση με πέρυσι.
Παρά τις αυξήσεις, ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι τιμές «δεν έχουν αυξηθεί πολύ». Ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι οι πιέσεις στα πρατήρια καυσίμων θα είναι προσωρινές και πως η κατάσταση θα εξομαλυνθεί σύντομα.
Πολιτικοί αναλυτές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι αν οι αυξήσεις στις τιμές επιμείνουν, θα μπορούσαν να πλήξουν τους Ρεπουμπλικάνους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Οι ψηφοφόροι ήδη εκφράζουν δυσαρέσκεια για το υψηλό κόστος διαβίωσης και την οικονομική πολιτική του προέδρου.