Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μετά την απόφασή τους να ακυρώσουν τους δασμούς που είχε επιβάλει. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι «ντρέπεται» για τους δικαστές, κατηγορώντας τους πως «υποτάχθηκαν σε ξένες επιρροές».
«Ντρέπομαι για ορισμένα μέλη του Δικαστηρίου, πραγματικά ντρέπομαι, επειδή δεν είχαν το θάρρος να κάνουν το καλό για τη χώρα μας», ανέφερε ο Τραμπ από την αίθουσα Τύπου του Λευκού Οίκου, συγκρατώντας με δυσκολία την οργή του.
Λίγο αργότερα, ο αντιπρόεδρος Τζ.Ντ. Βανς χαρακτήρισε «έκνομο» το Ανώτατο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι η απόφασή του «θα έχει ως μοναδική συνέπεια να περιπλέξει το έργο του προέδρου ο οποίος επιθυμεί να προστατεύσει τις αμερικανικές βιομηχανίες».
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, σε συνέντευξή του στο Fox News, σχολίασε ότι το Δικαστήριο κατήργησε «το μοχλό πίεσης» του Τραμπ, υπονοώντας πως η απόφαση αποδυναμώνει τα διαπραγματευτικά εργαλεία της κυβέρνησης.
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου
Έξι από τους εννέα δικαστές έκριναν «παράνομους» τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς που είχε επιβάλει ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος σε εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Ανάμεσά τους ήταν οι Σόνια Σοτομαγιόρ, Έλενα Κάγκαν, Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, καθώς και οι Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ και Νιλ Γκόρσατς, δύο συντηρητικοί δικαστές που είχε διορίσει ο ίδιος ο Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία (2017-21).
Το SCOTUS, όπως αποκαλείται στις ΗΠΑ, αποτελεί θεσμό με ισχυρό κύρος και ευρεία επιρροή, λαμβάνοντας αποφάσεις που επηρεάζουν κρίσιμους τομείς, από την περιβαλλοντική πολιτική έως το δικαίωμα στην άμβλωση και την προεδρική ασυλία.
Η αντίδραση του προέδρου
Η συγκεκριμένη απόφαση προκαλεί αναταραχή στο οικονομικό πρόγραμμα και τη διπλωματική στρατηγική του Τραμπ. Ο 79χρονος δισεκατομμυριούχος, που μέχρι σήμερα κυβερνούσε χωρίς να αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια από τη δικαστική ή τη νομοθετική εξουσία, χαρακτήρισε την απόφαση «γελοία», «ελλιπή» και «φρικτή».
Ο Τραμπ εξαπέλυσε προσωπικές επιθέσεις κατά των δικαστών, λέγοντας ότι «κάποιοι από αυτούς» είναι «ηλίθιοι και σκυλιά» στην υπηρεσία των Ρεπουμπλικάνων που διαφωνούν μαζί του και της «ριζοσπαστικής» αριστεράς. Κατηγόρησε το Δικαστήριο ότι καθοδηγήθηκε από την «πολιτική ορθότητα» και «ξένες επιρροές», χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.
Σε ερώτηση δημοσιογράφου αν σκοπεύει να ερευνήσει αυτές τις «ξένες επιρροές», απάντησε λακωνικά: «Θα δείτε».
Οι δικαστές που διόρισε ο Τραμπ
Όταν ρωτήθηκε για τους δύο δικαστές που ο ίδιος διόρισε και ψήφισαν κατά των δασμών, την Μπάρετ και τον Γκόρσατς, ο Τραμπ σημείωσε: «Πιστεύω ότι η απόφασή τους είναι φρικτή. Πιστεύω ότι είναι προσβολή για τις οικογένειές τους, αν θέλετε να ξέρετε».
Παρά την έντονη δυσαρέσκειά του, διαβεβαίωσε ότι οι δικαστές που ψήφισαν κατά των δασμών θα προσκληθούν, όπως προβλέπει η παράδοση, στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης στο Κογκρέσο, τονίζοντας ωστόσο: «Δεν με νοιάζει αν θα έρθουν ή όχι».
Επαίνους για τη μειοψηφία
Αντίθετα, ο Τραμπ εξέφρασε δημόσια την εκτίμησή του προς τους συντηρητικούς δικαστές που μειοψήφισαν. «Θα ήθελα να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τους δικαστές (Κλάρενς) Τόμας, (Σάμιουελ) Αλίτο και (Μπρετ) Κάβανο για τη δύναμη και τη σοφία τους», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας την επιχειρηματολογία του Κάβανο «ιδιοφυή».
Ο δικαστής Κάβανο είχε προταθεί από τον Τραμπ και εγκρίθηκε οριακά από τη Γερουσία το 2018, μετά τις κατηγορίες που αντιμετώπισε για σεξουαλική κακοποίηση στα νεανικά του χρόνια.