Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας δασμούς σε σειρά προϊόντων που εισάγονται στη χώρα, πλήγμα που θεωρείται σημαντικό για ένα από τα βασικά στοιχεία του οικονομικού του προγράμματος.
Η απόφαση, που εκδόθηκε με πλειοψηφία έξι δικαστών έναντι τριών, αναφέρει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τους συγκεκριμένους δασμούς επικαλούμενος «οικονομική έκτακτη ανάγκη».
Η υπόθεση αφορά δασμούς που η κυβέρνηση είχε χαρακτηρίσει «ανταποδοτικούς», και όχι εκείνους που εφαρμόζονται σε επιμέρους τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία ή τα μέταλλα, χάλυβας και αλουμίνιο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε βασίσει την απόφασή του σε νόμο του 1977, ο οποίος παρέχει στην εκτελεστική εξουσία τη δυνατότητα να ενεργεί στον οικονομικό τομέα χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, εφόσον αναγνωριστεί «οικονομική έκτακτη ανάγκη».
Ωστόσο, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει «να έχει σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο» για να επιβάλει δασμούς.
Όπως επισημαίνει ο Ρόμπερτς, η διάταξη του νόμου που δίνει την εξουσία να «ρυθμίζει τις εισαγωγές» είναι ανεπαρκής, καθώς δεν περιλαμβάνει ρητή αναφορά στους δασμούς. «Αυτός ο νόμος δεν επιτρέπει ο πρόεδρος να επιβάλει δασμούς», τονίζεται στην απόφαση.
Οι δασμοί είχαν παρουσιαστεί τον Απρίλιο, συνοδευόμενοι από πίνακα με τα διαφορετικά ποσοστά ανάλογα με την προέλευση των προϊόντων. Στόχευαν κυρίως χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ εμφάνιζαν εμπορικό έλλειμμα, με τον πρόεδρο να τους θεωρεί εργαλείο για την εξισορρόπηση των συναλλαγών.
Παράλληλα, ο Τραμπ επιδίωκε να ενισχύσει τα έσοδα του ομοσπονδιακού κράτους, αντισταθμίζοντας τις φορολογικές περικοπές. Εντούτοις, προχώρησε σε μερική υποχώρηση, εξαιρώντας προϊόντα που δεν παράγονται ή καλλιεργούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι δασμοί αποτέλεσαν επίσης βάση για εμπορικές διαπραγματεύσεις που οδήγησαν σε νέες συμφωνίες με βασικούς εταίρους, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι συμφωνίες αυτές καθορίζουν, ανά περίπτωση, ανώτατους δασμούς 10% έως 15% σε προϊόντα από τις συμμετέχουσες χώρες.
Πρόσφατα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε νέες εμπορικές συμφωνίες με χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως το Βιετνάμ και η Ινδονησία. Οι ηγέτες τους επισκέφθηκαν την Ουάσιγκτον για την πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» που συγκρότησε ο Ντόναλντ Τραμπ.