Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την περιορισμένη πρόσβαση εκατομμυρίων ανθρώπων σε χειρουργική επέμβαση καταρράκτη, υπογραμμίζοντας ότι οι μισοί από τους 94 και πλέον εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως δεν μπορούν να υποβληθούν στη θεραπεία που θα αποκαθιστούσε την όρασή τους.
Η πάθηση, που οφείλεται στη θόλωση του κρυσταλλοειδούς φακού του ματιού, συνδέεται στενά με τη γήρανση του πληθυσμού και αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες απώλειας όρασης ή και τύφλωσης.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, η χειρουργική επέμβαση για τον καταρράκτη είναι μια απλή διαδικασία διάρκειας περίπου 15 λεπτών και συγκαταλέγεται στις πιο αποτελεσματικές ιατρικές πράξεις, καθώς επιτρέπει την άμεση και διαρκή αποκατάσταση της όρασης.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Στιούαρτ Κιλ, τεχνικός υπεύθυνος για την οφθαλμική περίθαλψη στον οργανισμό, «ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός που έχει ανάγκη επέμβαση για τον καταρράκτη δεν έχει πρόσβαση» σε τέτοιου είδους εγχειρήσεις, γεγονός που αναδεικνύει τη μεγάλη ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στην Αφρική, όπου τρεις στους τέσσερις ανθρώπους που χρειάζονται χειρουργική επέμβαση δεν έχουν ακόμη υποβληθεί σε αυτή. Στην Κένυα, αν συνεχιστεί ο ίδιος ρυθμός, το 77% των ασθενών διατρέχει τον κίνδυνο να παραμείνει τυφλό ή με μειωμένη όραση για το υπόλοιπο της ζωής του, προειδοποιεί ο κ. Κιλ.
Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν συστηματικά μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόσβαση σε οφθαλμιατρική περίθαλψη σε σχέση με τους άνδρες, ενώ περίπου το 20% των πασχόντων από καταρράκτη έχει ήδη χάσει πλήρως την όρασή του.
Παρότι η κάλυψη των χειρουργικών επεμβάσεων αυξήθηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια, η άνοδος περιορίστηκε μόλις στο 15%. Για την επίτευξη του στόχου που έχει τεθεί για το 2030 – κάλυψη 30% – ο ΠΟΥ καλεί τα κράτη να εντάξουν τις οφθαλμολογικές εξετάσεις στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και να επενδύσουν σε κατάλληλο εξοπλισμό.
Το κόστος του τεχνητού ενδοφακού, που απαιτείται για την επέμβαση, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι χαμηλότερο από 100 δολάρια, γεγονός που καθιστά τη θεραπεία προσιτή εφόσον υπάρξει οργανωμένη πολιτική στήριξης.
Ο ΠΟΥ τονίζει επίσης την ανάγκη ενίσχυσης του εξειδικευμένου προσωπικού, καθώς και ενημέρωσης του πληθυσμού για τους παράγοντες κινδύνου, όπως η παρατεταμένη έκθεση σε ακτίνες UV-B, το κάπνισμα, η χρήση κορτικοστεροειδών και ο διαβήτης.
Ο κ. Κιλ προτρέπει τους πολίτες να πραγματοποιούν τακτικά οφθαλμολογικούς ελέγχους, καθώς οι περισσότερες παθήσεις των ματιών μπορούν να προληφθούν ή να αντιμετωπιστούν εγκαίρως.
«Όταν οι άνθρωποι ανακτούν την όρασή τους, ανακτούν την αυτονομία τους, την αξιοπρέπειά τους και ανοίγονται νέες προοπτικές για τη ζωή τους», υπογράμμισε η Ντέβορα Κέστελ, κορυφαίο στέλεχος της διεύθυνσης του ΠΟΥ για τις μη μεταδοτικές ασθένειες και την ψυχική υγεία.