Μια είδηση μπορεί πλέον να φτάσει στον αναγνώστη χωρίς εκείνος να επισκεφθεί ποτέ το μέσο που την αποκάλυψε. Τη συναντά στη ροή μιας πλατφόρμας, σε ένα σύντομο βίντεο ή μέσα στην απάντηση μιας μηχανής.
Το EurOMo Country Report 2025 καταγράφει ότι η χρήση των κοινωνικών δικτύων για ειδήσεις στην Ελλάδα φθάνει το 64%, βάσει στοιχείων του Reuters Institute. Η δημοσιογραφική εργασία μπορεί να έχει γίνει σε μια σύνταξη· η σχέση με το κοινό, όμως, να έχει μεταφερθεί αλλού. Ποιος, σε αυτή την περίπτωση, θα πληρώσει για την επόμενη είδηση;
Αυτή η νέα πραγματικότητα καθιστά κρίσιμη μια διάκριση.
Άλλο είναι να βρεθεί η είδηση: να γίνει η έρευνα, να εντοπιστούν οι πηγές, να διασταυρωθούν τα στοιχεία και να αναληφθεί η ευθύνη της δημοσίευσης.
Και άλλο να φτάσει η είδηση στο κοινό, τη στιγμή και στη μορφή με την οποία το κοινό ενημερώνεται.
Στο πρώτο σκέλος, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υποστηρίζει τη δουλειά· δεν υποκαθιστά τη δημοσιογραφική κρίση ούτε αναλαμβάνει την ευθύνη της.
Στο δεύτερο, ο ρόλος της είναι ήδη πολύ μεγαλύτερος: μπορεί να συμπιέσει τον χρόνο από την αρχική δημοσίευση έως τη διανομή και να προσαρμόσει το ίδιο ελεγμένο ρεπορτάζ σε διαφορετικές μορφές.
Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο: η ίδια τεχνολογία που μειώνει το κόστος της διανομής μπορεί, συγχρόνως, να απομακρύνει τον αναγνώστη από την πηγή. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς να παράγονται περισσότερες δημοσιεύσεις, αλλά να αξιοποιείται η τεχνολογία ώστε η δημοσιογραφία να αποκτά μεγαλύτερη χρησιμότητα και ο αναγνώστης περισσότερους λόγους να επιστρέφει.
Το Pew Research Center εξέτασε τη διαδικτυακή συμπεριφορά 900 ενηλίκων στις ΗΠΑ τον Μάρτιο του 2025. Όταν στα αποτελέσματα της Google εμφανιζόταν σύνοψη τεχνητής νοημοσύνης, οι χρήστες επέλεγαν έναν συμβατικό σύνδεσμο στο 8% των περιπτώσεων, έναντι 15% χωρίς σύνοψη.
Η μελέτη δεν αφορούσε αποκλειστικά ειδήσεις και δεν αποδεικνύει ότι η σύνοψη προκάλεσε ολόκληρη τη διαφορά. Υπογραμμίζει, ωστόσο, πόσο επισφαλής είναι η παραδοχή ότι η παροχή πληροφορίας οδηγεί αναγκαστικά σε επίσκεψη στην πηγή της.
Το οικονομικό δίλημμα της νέας διανομής
Εδώ βρίσκεται το οικονομικό δίλημμα. Το μέσο εξακολουθεί να επωμίζεται το κόστος της έρευνας, της επαλήθευσης και της δημοσιογραφικής ευθύνης, χωρίς να εξασφαλίζει ανάλογο όφελος όταν η πληροφορία καταναλώνεται αλλού. Η φθηνότερη παραγωγή και διανομή μπορεί να βελτιώσει τα περιθώρια κέρδους.
Δεν απαντά, όμως, στο βασικό ερώτημα του επιχειρηματικού μοντέλου: ποιος χρηματοδοτεί το πρωτογενές ρεπορτάζ όταν η σχέση με το κοινό μεταφέρεται σε τρίτες πλατφόρμες; Και όταν τα ίδια εργαλεία είναι διαθέσιμα σε όλους, η εξοικονόμηση κόστους δεν συνιστά από μόνη της διαρκές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Μέρος της αξίας μπορεί να μεταφέρεται στον ενδιάμεσο που ελέγχει την πρόσβαση στο κοινό.
Η ουσιαστική ευκαιρία, λοιπόν, δεν είναι απλώς να παράγεται περισσότερο περιεχόμενο με μικρότερο κόστος. Είναι να αξιοποιείται πληρέστερα η δημοσιογραφία που έχει ήδη παραχθεί.
Ένα ελεγμένο ρεπορτάζ μπορεί να προσφερθεί ως αναλυτικό κείμενο, σύντομη οπτική εξήγηση ή ηχητική παρουσίαση. Έτσι, η αξία του δεν εξαντλείται στη μορφή της πρώτης δημοσίευσης, ούτε η αλλαγή μορφής απαιτεί έκπτωση στο βάθος ή στην ακρίβεια.
Κάθε πρόσθετη εκδοχή, ωστόσο, έχει κόστος: επιλογή υλικού, προσαρμογή της αφήγησης, έλεγχο. Πρόκειται για ένα δεύτερο κόστος, διακριτό από εκείνο της αρχικής έρευνας, το οποίο η αυτοματοποίηση μπορεί να μειώσει. Περισσότερες εκδοχές δεν σημαίνουν περισσότερα ρεπορτάζ. Μπορούν, όμως, να κάνουν το ίδιο ρεπορτάζ χρήσιμο σε περισσότερους ανθρώπους, χωρίς ανάλογη αύξηση της εργασίας προσαρμογής του.
Για ένα μέσο που δραστηριοποιείται σε μικρότερη γλωσσική αγορά, όπως η ελληνική, αυτό προϋποθέτει τεχνολογία σε προσιτό κόστος. Κοινές υποδομές μπορούν να επιμερίζουν το κόστος που θα ήταν παράλογο να επαναλαμβάνει κάθε οργανισμός ξεχωριστά. Η οικονομία κλίμακας, όμως, δεν πρέπει να αγοράζεται με εξάρτηση από τον προμηθευτή. Το μέσο πρέπει να διατηρεί τον έλεγχο των δεδομένων, του αρχείου και των εκδοτικών αποφάσεων, καθώς και τη δυνατότητα να αλλάζει προμηθευτή.
Το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο για το βίντεο. Όταν ένα ελεγμένο άρθρο μετατρέπεται σε βίντεο, η εικόνα και η αφήγηση πρέπει να υπηρετούν το πρωτογενές, ελεγμένο υλικό του μέσου — όχι ένα συνθετικό κράμα πληροφοριών από τρίτες πηγές, εξωτερικές αναζητήσεις και πιθανολογικές συμπληρώσεις.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επιταχύνει τη μεταφορά της είδησης· δεν πρέπει να αλλάζει το περιεχόμενό της. Το «ενδέχεται» δεν επιτρέπεται να γίνεται «θα», ούτε μια επιφύλαξη να χάνεται επειδή δυσκολεύει τη σύντομη μορφή.
Γι’ αυτό το κατάλληλο μέτρο παραγωγικότητας δεν είναι ο χρόνος μέχρι το πρώτο αποτέλεσμα, αλλά ο συνολικός ανθρώπινος χρόνος μέχρι την εγκεκριμένη δημοσίευση, μαζί με την ποιότητα του ελέγχου. Και αν διορθωθεί το αρχικό άρθρο, πρέπει να διορθώνονται και οι εκδοχές που εξαρτώνται από αυτό.
Αυτό είναι και το σωστό κριτήριο για κάθε τεχνολογία που εισέρχεται στη δημοσιογραφική αλυσίδα: αν βοηθά ένα μέσο να αξιοποιεί καλύτερα τη δουλειά του χωρίς να θυσιάζει την ακρίβεια, τον έλεγχο και την αυτονομία του.
Η αυτοματοποίηση, πάντως, δεν δημιουργεί από μόνη της σχέση με τον αναγνώστη. Ούτε λύση είναι η αποχώρηση από τις πλατφόρμες: ένα μέσο πρέπει να βρίσκεται εκεί όπου βρίσκεται το κοινό του. Η παρουσία, όμως, δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εξάρτηση. Το ζητούμενο είναι να μετατρέπει την επαφή σε αναγνωρισιμότητα, συνήθεια επιστροφής και άμεση σχέση με τον αναγνώστη — και, όπου υπάρχει η κατάλληλη πρόταση αξίας, σε προθυμία πληρωμής.
Γι’ αυτό η σημαντικότερη απόφαση έρχεται μετά την εξοικονόμηση: πού θα κατευθυνθούν οι πόροι που απελευθερώνονται; Αν επιστρέψουν σε περισσότερο πρωτογενές ρεπορτάζ, καλύτερη επαλήθευση και καθαρότερη εξήγηση, μπορούν να χρηματοδοτήσουν δημοσιογραφία που διαφορετικά δεν θα γινόταν.
Αν εξαντληθούν στην παραγωγή περισσότερου παρόμοιου περιεχομένου, θα έχουν αυξηθεί οι δημοσιεύσεις, όχι κατ’ ανάγκην οι λόγοι επιστροφής. Η τεχνητή νοημοσύνη θα είναι πολύτιμη για τα μέσα όχι όταν παράγει απλώς περισσότερα, αλλά όταν βοηθά το σωστό ρεπορτάζ να φτάνει γρηγορότερα και πιστότερα στο κοινό.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποιος θα γράψει την επόμενη περίληψη. Είναι ποιος θα έχει τους πόρους — και θα αναλάβει την ευθύνη — για να μάθουμε τι συνέβη πραγματικά.
Ο κ. Γεώργιος Ζερίτης είναι συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Aldeus.