Θετική παραμένει η Morgan Stanley για την ελληνική οικονομία και τις προοπτικές των ελληνικών μετοχών, εκτιμώντας ότι ο επενδυτικός κύκλος έχει ακόμη σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης.
Ο αμερικανικός οίκος βλέπει ανάπτυξη 2% για την Ελλάδα το 2026 και το 2027, με τις επενδύσεις, την εγχώρια ζήτηση και την εισροή ευρωπαϊκών και ξένων κεφαλαίων να στηρίζουν την οικονομία.
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι το επενδυτικό σκηνικό ενδέχεται να γίνει πιο σύνθετο στις αρχές του 2027, καθώς θα ωριμάζει το αφήγημα της αναβάθμισης της ελληνικής αγοράς και θα αυξάνεται η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των βουλευτικών εκλογών.
Ο οίκος προβλέπει ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά 2% τόσο το 2026 όσο και το 2027, με βασικό μοχλό την εγχώρια ζήτηση και ιδιαίτερα τις επενδύσεις. Οι πάγιες επενδύσεις έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 90% από το τέλος του 2019, ενώ για την περίοδο 2026-2027 αναμένεται μέση ετήσια άνοδος περίπου 7%, υποστηριζόμενη από τις δημόσιες επενδύσεις, τους ευρωπαϊκούς πόρους και τις άμεσες ξένες επενδύσεις.
Θετική συμβολή αναμένεται και από την ιδιωτική κατανάλωση, η οποία προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,5% ετησίως, χάρη στην άνοδο του διαθέσιμου εισοδήματος και στη διατήρηση ισχυρών συνθηκών στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, οι αυξημένες επενδυτικές δαπάνες των εισηγμένων εταιρειών ενισχύουν τις προοπτικές των υποδομών, της ενέργειας και της εταιρικής χρηματοδότησης.
Οι μετοχές που ξεχωρίζει η Morgan Stanley
Στο πεδίο των μετοχών, η Morgan Stanley διατηρεί σύσταση «Overweight» για την Ελλάδα, ξεχωρίζοντας τις τράπεζες, τη ΔΕΗ και τη Metlen. Οι δύο ενεργειακοί όμιλοι προσφέρουν άμεση έκθεση στον εγχώριο επενδυτικό κύκλο, με τη ΔΕΗ να βρίσκεται στο επίκεντρο των επενδύσεων στην ενεργειακή μετάβαση, στα δίκτυα και στις ψηφιακές υποδομές και τη Metlen να προωθεί σημαντικές επενδύσεις στους κλάδους της ενέργειας, των μετάλλων, της άμυνας και των υποδομών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες εντάσσονται πλέον στο ευρωπαϊκό κλαδικό μοντέλο της Morgan Stanley με θέση «Off-benchmark Overweight». Παρά την άνοδο περίπου 40% από την αρχή του έτους και την υπεραπόδοση κατά 18 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του ευρωπαϊκού τραπεζικού δείκτη, διαπραγματεύονται με discount περίπου 10% με βάση τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028.
Η Morgan Stanley προτιμά τις μετοχές υψηλότερου beta, διατηρώντας σύσταση «Overweight» για Alpha Bank, Eurobank και Τράπεζα Πειραιώς. Κορυφαία επιλογή αποτελεί η Alpha Bank, με τιμή-στόχο 5,50 ευρώ και περιθώριο ανόδου 17,2%. Για τη Eurobank η τιμή-στόχος τοποθετείται στα 5,40 ευρώ και για την Τράπεζα Πειραιώς στα 12,30 ευρώ. Η Εθνική Τράπεζα και η CrediaBank αξιολογούνται με «Equal-weight», με τιμές-στόχους 19,30 ευρώ και 1,09 ευρώ αντίστοιχα.
Οι καταλύτες για τις τράπεζες
Βασικοί καταλύτες για τις τράπεζες παραμένουν η εταιρική πιστωτική επέκταση, η αύξηση των καταθέσεων κατά 3%-4%, η ενίσχυση των προμηθειών και η υποχώρηση του κόστους κινδύνου. Τα υψηλότερα επιτόκια λειτουργούν επίσης υποστηρικτικά για τα καθαρά έσοδα από τόκους και τα κέρδη.
Η αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς
Η μετάβαση της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό καταλύτη. Οι αναβαθμίσεις από FTSE και STOXX στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 εκτιμάται ότι θα προκαλέσουν συνδυασμένες καθαρές παθητικές εισροές περίπου 1 δισ. δολαρίων, ενώ η αναβάθμιση από τον MSCI τον Μάιο του 2027 μπορεί να προσθέσει άλλα 500 εκατ. δολάρια.
Η μεγαλύτερη επίδραση, πάντως, αναμένεται από τη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης, καθώς η ένταξη της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές μπορεί να ενισχύσει τη συμμετοχή μεγαλύτερου αριθμού διεθνών επενδυτών.
Ο «αστερίσκος» του 2027
Η Morgan Stanley εκτιμά ότι στις αρχές του 2027 μπορεί να υπάρξει μια φυσιολογική παύση στην ανοδική πορεία της ελληνικής αγοράς, καθώς οι επενδυτές θα αρχίσουν να προεξοφλούν τις εκλογές και να αξιολογούν την επόμενη φάση του επενδυτικού κύκλου.
Μια ενδεχόμενη αδυναμία, ωστόσο, χαρακτηρίζεται περισσότερο ως τακτική διόρθωση παρά ως ανατροπή της μεσοπρόθεσμης θετικής επενδυτικής ιστορίας της Ελλάδας. Με την οικονομία να συνεχίζει να αναπτύσσεται, τις επενδύσεις να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και την αναβάθμιση της αγοράς να διευρύνει την επενδυτική βάση, ο αμερικανικός οίκος διατηρεί θετική στάση για τις προοπτικές της χώρας, έστω και με αυξημένη προσοχή στην είσοδο του 2027.