Η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου αναμένεται να μειωθεί το 2026 για πρώτη φορά μετά την πανδημία, καθώς οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και οι σοβαρές διαταραχές στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ επηρεάζουν την παραγωγή, τις εξαγωγές και την κατανάλωση.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (IEA), η παγκόσμια ζήτηση προβλέπεται να υποχωρήσει κατά περίπου 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σχέση με το 2025.
Πρόκειται για την πρώτη ετήσια μείωση από το 2020, όταν τα περιοριστικά μέτρα για την πανδημία είχαν προκαλέσει απότομη πτώση στην κατανάλωση καυσίμων.
Η εξέλιξη συνδέεται κυρίως με το κλείσιμο και τη σημαντική επιβράδυνση της κυκλοφορίας στα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και η νέα κλιμάκωση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν έχουν περιορίσει τις διελεύσεις δεξαμενόπλοιων, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο.
Η πρόβλεψη εξαρτάται από την αποκλιμάκωση
Η Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (IEA) επισημαίνει ότι η εικόνα στην αγορά παραμένει ιδιαίτερα αβέβαιη. Το βασικό της σενάριο προϋποθέτει σταδιακή αποκλιμάκωση της σύγκρουσης και αποκατάσταση των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε στους παραγωγούς της Μέσης Ανατολής να επαναφέρουν σταδιακά την παραγωγή τους και στα διυλιστήρια να αυξήσουν τις εξαγωγές καυσίμων.
Αντίθετα, νέες εχθροπραξίες θα μπορούσαν να καθυστερήσουν την ανάκαμψη και να ανατρέψουν τις προβλέψεις για επιστροφή της αγοράς σε πλεόνασμα προς το τέλος του έτους.
Παρά τη βελτίωση που καταγράφηκε τον Ιούνιο, η συνολική παγκόσμια προσφορά εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο.
Η Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (IEA) υπογραμμίζει ότι μια διαρκής ειρηνευτική συμφωνία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την πλήρη εξομάλυνση της αγοράς.
Σε ιστορικό υψηλό η παραγωγή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων
Μέσα σε αυτό το αβέβαιο περιβάλλον, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αύξησαν σημαντικά την παραγωγή τους. Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας, που επικαλείται το Bloomberg, η χώρα παρήγαγε κατά μέσο όρο 4,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Ιούνιο, σημειώνοντας ιστορικό υψηλό.
Η αύξηση αυτή δείχνει ότι το Άμπου Ντάμπι κινήθηκε ταχύτερα από άλλους παραγωγούς του Περσικού Κόλπου για να αποκαταστήσει τις εξαγωγές του. Χρησιμοποίησε τον δικό του μεγάλο στόλο, αλλά και επιπλέον δεξαμενόπλοια, προκειμένου να διατηρήσει τις ροές πετρελαίου παρά τις δυσκολίες στην περιοχή.
Οι εξαγωγές των Εμιράτων είχαν ήδη επιστρέψει τον Ιούνιο στα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, ενώ αύξηση της παραγωγής καταγράφηκε επίσης στη Σαουδική Αραβία, στο Κουβέιτ και στο Ιράκ. Ωστόσο, η δραστηριότητα των διυλιστηρίων παρέμεινε πιο περιορισμένη, με τις εξαγωγές προϊόντων πετρελαίου να βρίσκονται ακόμη κάτω από το μισό των προπολεμικών επιπέδων.
Μεταξύ πλεονάσματος και γεωπολιτικού κινδύνου
Η αγορά πετρελαίου κινείται πλέον ανάμεσα σε δύο αντίθετες δυνάμεις. Από τη μία πλευρά, η ασθενέστερη παγκόσμια ζήτηση και η αύξηση της παραγωγής από χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ενισχύουν τις εκτιμήσεις για πλεόνασμα προσφοράς προς το τέλος του 2026.
Από την άλλη, η συνέχιση των συγκρούσεων και οι περιορισμένες ροές μέσω του Ορμούζ διατηρούν τον κίνδυνο νέων ελλείψεων και απότομων αυξήσεων στις τιμές.
Η πορεία της αγοράς θα εξαρτηθεί, επομένως, από το αν οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ και Ιράν οδηγήσουν σε σταθερή αποκλιμάκωση και από το πόσο γρήγορα θα αποκατασταθεί η κανονική διέλευση των δεξαμενόπλοιων από τη στρατηγική θαλάσσια οδό.