Η πτώση της τιμής του χρυσού κατά 29% από το ιστορικό υψηλό του στα τέλη Ιανουαρίου ανέδειξε ότι, παρότι το πολύτιμο μέταλλο θεωρείται διαχρονικά ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο, παραμένει κατάλληλο κυρίως για μακροπρόθεσμους επενδυτές.
Η εκρηκτική του άνοδος, από περίπου 2.000 δολάρια ανά ουγκιά τον Φεβρουάριο του 2024 έως τα 5.594 δολάρια τον Ιανουάριο, αντιστράφηκε με την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Την περασμένη Τετάρτη η τιμή του υποχώρησε κάτω από τα 4.000 δολάρια, σηματοδοτώντας έντονη διόρθωση.
Αν και παραδοσιακά ο χρυσός ευνοείται σε περιόδους αβεβαιότητας – όπως συνέβη το 2024 με τον πόλεμο του Ισραήλ κατά της Χαμάς και το 2025 με τον εμπορικό πόλεμο του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ – αυτή τη φορά κινήθηκε αντίθετα στις προσδοκίες των αγορών.
Η σημαντική πτώση αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση του πληθωρισμού, λόγω της ενεργειακής κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος, καθώς και στις προσδοκίες για αυξήσεις επιτοκίων από τη Fed και άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε ήδη τον Ιούνιο αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων στο 2,25% από 2%, καθιστώντας πιο ελκυστικές τις επενδύσεις σταθερού εισοδήματος.
Παράλληλα, σύμφωνα με αναλυτές, ο χρυσός επηρεάστηκε και από το ράλι των μετοχών, οι οποίες μετά το αρχικό σοκ του πολέμου ανέκαμψαν, με αιχμή την τεχνητή νοημοσύνη και τον τεχνολογικό κλάδο. Η ρευστοποίηση κερδών από ιδιώτες επενδυτές που είχαν αγοράσει σε χαμηλότερα επίπεδα φαίνεται επίσης να συνέβαλε στην πτωτική πορεία.
Ιστορική μεταβλητότητα και κύκλοι ανόδου
Η ιστορία δείχνει ότι η τιμή του χρυσού παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις και μακρές περιόδους διόρθωσης. Ενδεικτικά, μετά το 1980, όταν είχε εκτιναχθεί στα 680 δολάρια λόγω της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης, ακολούθησαν 37 χρόνια με τιμές σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα.
Μόνο μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 το πολύτιμο μέταλλο ανέκαμψε, ξεπερνώντας τα 1.860 δολάρια τον Σεπτέμβριο του 2011. Στη συνέχεια υποχώρησε εκ νέου για χρόνια, μέχρι να υπερβεί τα 2.000 δολάρια το 2020, εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού.
Ρόλος των ETFs και των κεντρικών τραπεζών
Τα επενδυτικά ταμεία σε χρυσό (ETFs), που είχαν αποτελέσει βασικό μοχλό της ανόδου την προηγούμενη διετία, οδηγούν πλέον την πτώση με συνεχείς εκροές. Αντίθετα, οι κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να ενισχύουν τη ζήτηση, αυξάνοντας τη συμμετοχή του χρυσού στα συναλλαγματικά τους αποθέματα.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού, το 45% των κεντρικών τραπεζών εκτιμά ότι η συμμετοχή του χρυσού στα αποθέματά τους θα αυξηθεί μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Η προστασία από τον πληθωρισμό και η διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων αποτελούν τους κύριους λόγους διακράτησης χρυσού, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και η ασφάλεια έναντι γεωπολιτικών κινδύνων. Παράλληλα, το 74% των κεντρικών τραπεζών προβλέπει μείωση της διακράτησης στοιχείων ενεργητικού σε δολάρια την επόμενη πενταετία.