Την ωρίμανση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος αντανακλά η νέα αξιολόγηση της Moody’s για τις προοπτικές του κλάδου σε σταθερές από θετικές αξιολόγηση που επιβεβαιώνει ότι ο κλάδος έχει αφήσει οριστικά πίσω του τη δεκαετία της κρίσης, περνώντας πλέον σε μια φάση σταθερότητας και ώριμης ανάπτυξης.
Ο οίκος διατηρεί θετική την εικόνα για τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών, επισημαίνοντας ότι η σημαντική εξυγίανση των ισολογισμών, η ενίσχυση της κερδοφορίας και η ισχυρή ρευστότητα δημιουργούν μια νέα βάση για τη λειτουργία του συστήματος τα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα, το ευνοϊκότερο μακροοικονομικό περιβάλλον, η αύξηση των επενδύσεων και η σταθερή πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις αναμένεται να στηρίξουν περαιτέρω τη δραστηριότητα των τραπεζών. Αν και οι ρυθμοί βελτίωσης ενδέχεται να είναι πιο συγκρατημένοι σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, η συνολική εικόνα του κλάδου παραμένει ισχυρή, με τις ελληνικές τράπεζες να εμφανίζονται καλύτερα θωρακισμένες απέναντι σε πιθανές οικονομικές προκλήσεις.
H Moody’s αξιολογεί τις Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Alpha Bank στο επίπεδο baa3, το οποίο αντανακλά την ισχυρότερη αυτόνομη χρηματοοικονομική τους θέση. Ακολουθεί η Τράπεζα Πειραιώς με αξιολόγηση ba1, ενώ η Optima Bank αξιολογείται στο ba3 και η CrediaBank στο b1.
Όπως επισημαίνει ο οίκος, οι αξιολογήσεις αυτές αντικατοπτρίζουν την αυτόνομη χρηματοοικονομική ισχύ των τραπεζών και δεν ενσωματώνουν πιθανή κρατική στήριξη, την οποία η Moody’s θεωρεί περιορισμένη.
Η Moody’s εκτιμά ότι το λειτουργικό περιβάλλον για τις ελληνικές τράπεζες θα παραμείνει θετικό, καθώς η οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου 2,1%, υψηλότερο από αυτόν αρκετών βασικών ευρωπαϊκών οικονομιών. Η ανάπτυξη αυτή συνδέεται κυρίως με την επενδυτική δραστηριότητα και τη σταδιακή βελτίωση της αγοράς εργασίας, στοιχεία που δημιουργούν ένα ευνοϊκό πλαίσιο για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και την ενίσχυση της τραπεζικής δραστηριότητας.
Ο οίκος εκτιμά ότι οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή δεν αναμένεται να προκαλέσουν άμεση επιδείνωση της πιστοληπτικής εικόνας των ελληνικών τραπεζών. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση θα μπορούσε να δημιουργήσει έμμεσους κινδύνους μέσω της οικονομικής δραστηριότητας, της ενέργειας και του πληθωρισμού.
Συνεχιζόμενη βελτίωση της ποιότητας δανείων
Ένα από τα βασικά σημεία της έκθεσης αφορά τη σημαντική βελτίωση της ποιότητας των δανειακών χαρτοφυλακίων των ελληνικών τραπεζών μετά από πολυετή προσπάθεια εξυγίανσης. Οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) έχουν μειωθεί δραστικά τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας περίπου στο 3,3% τον Σεπτέμβριο του 2025, από περίπου 33% στο τέλος του 2020.
Ο οίκος προβλέπει ότι η ποιότητα των δανείων θα συνεχίσει να βελτιώνεται, αν και με πιο περιορισμένο ρυθμό, καθώς οι ελληνικές τράπεζες πλησιάζουν πλέον τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών. Η θετική πορεία στηρίζεται από τη μείωση της ανεργίας, την ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων και τις γενικότερα ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες.
Παράλληλα, το κόστος προβλέψεων για επισφαλή δάνεια παραμένει υψηλότερο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες, ωστόσο έχει μειωθεί σημαντικά και αναμένεται να συνεχίσει να υποχωρεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια.
Ισχυρή κεφαλαιακή βάση με προκλήσεις στην ποιότητα κεφαλαίου
Η Moody’s εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες θα διατηρήσουν ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Οι δείκτες Common Equity Tier 1 (CET1) αναμένεται να διαμορφωθούν περίπου στο 15%–16%, διατηρώντας σημαντικά αποθέματα κεφαλαίων πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις.
Η ισχυρή κερδοφορία συμβάλλει στη δημιουργία νέων κεφαλαίων, ωστόσο μέρος αυτών θα απορροφηθεί από την αύξηση της πιστωτικής δραστηριότητας αλλά και από υψηλότερες διανομές μερισμάτων προς τους μετόχους.
Ένα από τα ζητήματα που συνεχίζουν να επηρεάζουν την ποιότητα των κεφαλαίων είναι οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs), οι οποίες παραμένουν σημαντικές στους ισολογισμούς των μεγάλων τραπεζών. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Moody’s, το βάρος τους αναμένεται να μειώνεται σταδιακά τα επόμενα χρόνια.
Κερδοφορία σε υψηλά επίπεδα και ισχυρή ρευστότητα
Η έκθεση επισημαίνει ότι η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών παραμένει ισχυρή και περισσότερο βιώσιμη σε σχέση με το παρελθόν. Η αύξηση των εταιρικών δανείων, η σταθερότητα των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων και η αποτελεσματική διαχείριση κόστους στηρίζουν τα αποτελέσματα των τραπεζών.
Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν δείκτη κόστους προς έσοδα περίπου στο 36%, επίπεδο που θεωρείται ιδιαίτερα ανταγωνιστικό σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, ο οίκος προειδοποιεί ότι οι λειτουργικές δαπάνες ενδέχεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, καθώς οι τράπεζες ενισχύουν τις επενδύσεις σε τεχνολογία, ψηφιακές υπηρεσίες και ανθρώπινο δυναμικό.
Η χρηματοδότηση και η ρευστότητα αποτελούν ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Οι τράπεζες διαθέτουν μεγάλη και σταθερή καταθετική βάση χαμηλού κόστους, γεγονός που στηρίζει την κερδοφορία και την ανάπτυξη των ισολογισμών.
Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώνεται περίπου στο 66%, επίπεδο που προσφέρει σημαντικό περιθώριο για περαιτέρω πιστωτική επέκταση χωρίς μεγάλη εξάρτηση από τις αγορές. Παράλληλα, οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν ιδιαίτερα υψηλοί, με τον Liquidity Coverage Ratio (LCR) να κινείται περίπου στο 204%, αν και περίπου το ήμισυ των επενδυτικών τίτλων τους είναι ελληνικά κρατικά ομόλογα.
Η έκδοση χρέους των ελληνικών τραπεζών στις κεφαλαιαγορές (κυρίως ομολόγων senior preferred και μειωμένης εξασφάλισης) είναι υπεραρκετή για την κάλυψη των ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL) σε συνεχή βάση.