Σημαντικές εξελίξεις στη βιομοριακή αρχαιολογία αναδεικνύουν τη δυνατότητα διατήρησης μοριακών «αποτυπωμάτων» αρωματικών πρακτικών σε αρχαία αντικείμενα. Τα ευρήματα αυτά προσφέρουν νέα γνώση για την αρχαία αρωματοποιία, την ιατρική, τις τελετουργίες και την καθημερινή ζωή.
Μια διεπιστημονική ομάδα, υπό την ηγεσία της χημικού Μπάρμπαρα Χούμπερ από το Ινστιτούτο Γεωανθρωπολογίας Max Planck και το Πανεπιστήμιο του Tubingen, παρουσιάζει σε πρόσφατη μελέτη στο περιοδικό «Frontiers in Environmental Archaeology» τον τρόπο με τον οποίο τα μουσεία μπορούν να αξιοποιήσουν τα μοριακά δεδομένα για να φέρουν το κοινό σε επαφή με τα αρώματα του παρελθόντος.
Με βάση τα ερευνητικά αποτελέσματα, η αρωματοποιός Κάρολ Κάλβεζ δημιούργησε σκευάσματα που μεταφράζουν τα αρχαία χημικά ίχνη σε άρωμα, κατάλληλο για μουσειακή χρήση. Όπως επισημαίνει, «η πραγματική πρόκληση βρίσκεται στο να φανταστεί κανείς το άρωμα ως σύνολο», καθώς ο αρωματοποιός καλείται να μετατρέψει τις χημικές πληροφορίες σε μια ολοκληρωμένη οσφρητική εμπειρία που αποδίδει την πολυπλοκότητα του πρωτότυπου υλικού.
Οι ερευνητές ανέπτυξαν δύο μεθόδους παρουσίασης των αρχαίων αρωμάτων σε δημόσιους χώρους. Ξεκινώντας από το «Άρωμα της Μεταθανάτιας Ζωής», που αναπαριστά τα αρώματα ταρίχευσης της αρχαίας Αιγύπτου, δημιούργησαν μια φορητή αρωματική κάρτα και έναν σταθερό σταθμό διάχυσης αρώματος.
Στο Μουσείο August Kestner στο Ανόβερο, η αρωματική κάρτα ενσωματώθηκε στις ξεναγήσεις, ενώ ο σταθμός διάχυσης εγκαταστάθηκε στην έκθεση «Αρχαία Αίγυπτος – Εμμονή με τη Ζωή» στο Μουσείο Moesgaard της Δανίας. Σύμφωνα με τον επιμελητή του μουσείου Moesgaard, Στέφεν Τερπ Λάουρσεν, «ο σταθμός αρωματισμού μεταμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο οι επισκέπτες αντιλαμβάνονταν την ταρίχευση. Η όσφρηση πρόσθεσε ένα συναισθηματικό και αισθητηριακό βάθος που οι επεξηγηματικές πινακίδες από μόνες τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να προσφέρουν».