Έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ πραγματοποιήθηκε μετά τις αναφορές για μη εξουσιοδοτημένες ιρανικές πτήσεις από και προς την Υεμένη. Οι αξιωματούχοι του ΟΗΕ και οι ομιλητές προειδοποίησαν ότι η χώρα δεν πρέπει να εμπλακεί περαιτέρω στην περιφερειακή αστάθεια.
Τα περισσότερα κράτη-μέλη ζήτησαν αποκλιμάκωση, διάλογο και μια συμπεριληπτική πολιτική διαδικασία υπό την ηγεσία και την ευθύνη των ίδιων των Υεμενιτών.
Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, η αυξημένη ένταση απειλεί να υπονομεύσει την εύθραυστη ηρεμία στην Υεμένη και να επιδεινώσει την ήδη σοβαρή ανθρωπιστική κρίση. Η κρίση αυτή χαρακτηρίζεται από οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, περικοπές στη χρηματοδότηση και κατάρρευση των υπηρεσιών υγείας και άλλων βασικών υποδομών.
Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς αντιδράσεις
Η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας, πρέσβυς Αγ. Μπαλτά, τόνισε ότι η κυριαρχία, η εδαφική ακεραιότητα, η ενότητα και η ανεξαρτησία της Υεμένης πρέπει να γίνονται πλήρως σεβαστές, συμπεριλαμβανομένου του εθνικού εναέριου χώρου της, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Η κ. Μπαλτά κάλεσε όλα τα μέρη να επιδείξουν τη μέγιστη αυτοσυγκράτηση και να υποστηρίξουν τις προσπάθειες για ειρήνη και σταθερότητα. Επανέλαβε επίσης τη στήριξη της Ελλάδας στις πρωτοβουλίες του Ειδικού Απεσταλμένου του ΟΗΕ, Χ. Γκρούντμπεργκ, για μια πολιτική διαδικασία χωρίς αποκλεισμούς υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
Επιπλέον, υπογράμμισε τη σημασία της πλήρους συμμόρφωσης με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και το ισχύον καθεστώς κυρώσεων, καλώντας τα κράτη-μέλη να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή τους.
Οι τοποθετήσεις των αντιπροσώπων
Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Υεμένης, πρέσβυς Αμπντουλάχ Αλί Φαντέλ Αλ Σάντι, χαρακτήρισε τα πρόσφατα γεγονότα «μια πραγματική δοκιμασία» για τις αρχές του διεθνούς συστήματος, επισημαίνοντας την ανάγκη σεβασμού της κυριαρχίας και της μη επέμβασης.
Τόνισε ότι η Υεμένη ζήτησε τη συνεδρίαση, καθώς η μη εξουσιοδοτημένη πτήση αποτελεί «εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο», υπονομεύοντας την ικανότητα του Συμβουλίου να προστατεύει τους διεθνείς κανόνες. Κατήγγειλε επίσης τις ενέργειες που παρακάμπτουν τη νόμιμη κυβέρνηση και μετατρέπουν την πολιτική αεροπορία σε «εργαλείο στρατιωτικών και πολιτικών στόχων».
Η Αναπληρώτρια Μόνιμη Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, πρέσβης Τάμι Μπρους, δήλωσε ότι η πτήση της 3ης Ιουλίου είχε σκοπό τη μεταφορά προσωπικού του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης προς υποστήριξη της δράσης των Χούθι. Όπως ανέφερε, τέτοιες ενέργειες επιτρέπουν στους Χούθι να απειλούν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα και συνιστούν παράδειγμα της υποστήριξης του Ιράν.
Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος του Μπαχρέιν, πρέσβης Τζαμάλ Φάρες Αλρογουέι, καταδίκασε τις επιθέσεις των Χούθι κατά της Σαουδικής Αραβίας και κατήγγειλε τις ενέργειες του Ιράν στην περιοχή. Επισήμανε ότι οι απειλές των Χούθι πλέον περιλαμβάνουν και το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών Μπαμπ ελ Μαντέμπ, κατά παράβαση του ψηφίσματος 2722 (2024).
Ανησυχίες για την ανθρωπιστική κρίση
Ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας για τη Μέση Ανατολή, Χάλιντ Κιάρι, σημείωσε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις υπενθυμίζουν πως δεν υπάρχει εναλλακτική σε μια συμπεριληπτική πολιτική διαδικασία υπό την ηγεσία των Υεμενιτών. Παρουσιάζοντας τα γεγονότα, ανέφερε ότι στις 3 Ιουλίου 2026 ιρανικό αεροσκάφος φέρεται να ταξίδεψε από την Τεχεράνη προς τη Σαναά και επέστρεψε, μεταφέροντας αντιπροσωπεία των Χούθι.
Η κυβέρνηση της Υεμένης αντιμετώπισε την πτήση με «βαθιά ανησυχία», θεωρώντας την παραβίαση του εναέριου χώρου της. Μετά τα πλήγματα στο αεροδρόμιο της Σαναά, οι Χούθι ανακοίνωσαν το «τέλος της φάσης αποκλιμάκωσης» με τη Σαουδική Αραβία και φέρεται να εκτόξευσαν πυραύλους εναντίον της χώρας.
Ο ασκών χρέη Βοηθού Γενικού Γραμματέα για Ανθρωπιστικές Υποθέσεις, Ίντρικα Ρατβάτε, προειδοποίησε ότι «η ανθρωπιστική κρίση στην Υεμένη επιδεινώνεται, την ώρα που η δυνατότητά μας να ανταποκριθούμε έχει περιοριστεί δραματικά». Τόνισε ότι οι οικογένειες αντιμετωπίζουν πείνα, οικονομική παρακμή και κατάρρευση βασικών υπηρεσιών, καλώντας όλα τα μέρη να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να αποτρέψουν περαιτέρω αποσταθεροποίηση.