Τη σημασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας ανέδειξε η υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, στη συζήτηση που είχε με την υφυπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ, Σάρεν Χάσκελ, και τον Αθανάσιο Έλλις, διευθυντή της αγγλόφωνης «Καθημερινής», στο πλαίσιο του συνεδρίου Energy Transition Summit: East Med & Southeast Europe, που διοργάνωσαν οι Financial Times και η Καθημερινή.
Η κ. Παπαδοπούλου τόνισε ότι «αυτό που συμβαίνει στο Στενό του Ορμούζ είναι κάτι που μας ανησυχεί πολύ». Όπως υπογράμμισε, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της παγκόσμιας οικονομίας και για μια χώρα με έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους, όπως η Ελλάδα, είναι ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας.
Η υφυπουργός σημείωσε ότι η Ελλάδα συμμετέχει τόσο στη γαλλική όσο και στη βρετανική πρωτοβουλία για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, υπό την προϋπόθεση ότι οι συνθήκες επιτρέπουν αποστολή αμυντικού χαρακτήρα, δηλαδή όταν σταματήσουν οι εχθροπραξίες.
Παράλληλα, επισήμανε πως η χώρα θα συνεχίσει να εργάζεται για την εφαρμογή κανόνων που συνάδουν με το Δίκαιο της Θάλασσας και το Διεθνές Δίκαιο, ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Αναγνωρίζοντας την επισφαλή διεθνή οικονομική κατάσταση, επεσήμανε την ανάγκη εξεύρεσης λύσης το συντομότερο δυνατό.
Η στρατηγική σχέση Ελλάδας – Ισραήλ
Αναφερόμενη στις σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ, η κ. Παπαδοπούλου υπογράμμισε ότι η συνεργασία έχει βάθος και διάρκεια, καθώς ξεκίνησε πριν από δύο δεκαετίες και διατηρήθηκε υπό διαφορετικές ελληνικές κυβερνήσεις. «Είναι μια σχέση που έχει την έγκριση ενός μεγάλου μέρους του φάσματος των ελληνικών πολιτικών ηγετών», ανέφερε, προσθέτοντας ότι αυτό αποτελεί εγγύηση για τη σταθερότητά της.
Η υφυπουργός σημείωσε ότι το οικονομικό πεδίο υπήρξε το σημείο εκκίνησης της σχέσης, με δυναμική σε τομείς όπως ο τουρισμός, η καινοτομία και η τεχνολογία. Παράλληλα, οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή και η Πολιτική Προστασία, που απαιτούν συλλογικές λύσεις.
«Έχουμε ήδη μια πολύ στενή συνεργασία και αυτή η σχέση μπορεί να αποτελέσει πυλώνα σταθερότητας για ολόκληρη την περιοχή», τόνισε η κ. Παπαδοπούλου, σημειώνοντας ότι Ελλάδα και Ισραήλ μοιράζονται κοινούς στόχους για σταθερότητα, ειρήνη και ευημερία.
Το τριμερές σχήμα και οι Συμφωνίες του Αβραάμ
Αναφερόμενη στο τριμερές σχήμα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, επεσήμανε ότι διαθέτει ιστορικό υπόβαθρο και στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας. «Ποτέ δεν θέλαμε αυτή η τριμερής συνεργασία να είναι εναντίον κανενός», είπε, υπογραμμίζοντας την πρόθεση για κοινές λύσεις σε περιφερειακές προκλήσεις.
Η υφυπουργός χαρακτήρισε τις Συμφωνίες του Αβραάμ σημαντική εξέλιξη για την περιοχή, εκφράζοντας την ελπίδα ότι μετά τον πόλεμο θα αναζωογονηθεί η πορεία προς την περιφερειακή συνεργασία. «Υπάρχουν περισσότερα που πρέπει να γίνουν και περισσότερα που μπορούν να επιτευχθούν μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες», ανέφερε.
Η προοπτική της συνάντησης 3+1 στην Ουάσιγκτον
Η υφυπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, Σάρεν Χάσκελ, ανακοίνωσε ότι στις αρχές Ιουνίου θα πραγματοποιηθεί η συνάντηση «τρία συν ένα» στην Ουάσιγκτον. Όπως δήλωσε, «υπάρχει μια πολύ σημαντική ιστορική διασταύρωση, όπου αυτή η συνεργασία μπορεί πραγματικά να φέρει σταθερότητα και σιγουριά».
Η κ. Χάσκελ εξέφρασε αισιοδοξία για τις προοπτικές της συνάντησης, επισημαίνοντας ότι «ο Πρόεδρος Τραμπ ξέρει πώς να αναγνωρίζει τις μεγάλες ευκαιρίες και τις καλές συμφωνίες». Παράλληλα, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που πέρασε το Ισραήλ τα τελευταία δυόμισι χρόνια, τονίζοντας ότι η χώρα μετατρέπει τις προκλήσεις σε ευκαιρίες ανάπτυξης.
Η Ισραηλινή υφυπουργός υπογράμμισε τη μεγάλη δυναμική συνεργασίας Ελλάδας και Ισραήλ στους τομείς της ενέργειας, των υποδομών και του εμπορίου. «Η φιλοδοξία και η ελπίδα μας είναι να ζήσουμε σε μια σταθερή Μέση Ανατολή, όπου θα μπορούμε να συνεργαζόμαστε», σημείωσε, αναγνωρίζοντας ωστόσο την ευαισθησία της κατάστασης στην περιοχή.
Καταλήγοντας, ανέφερε ότι «ελπίζω να καταφέρουμε να ακολουθήσουμε τη διπλωματική οδό, μια λύση που θα διασφαλίσει ότι ολόκληρος ο κόσμος θα είναι ένα ασφαλέστερο μέρος». Παράλληλα, χαρακτήρισε τις τρέχουσες εξελίξεις ως «οικονομικό περιορισμό που θα αποδυναμώσει το Ιράν», επισημαίνοντας ότι διατηρεί συγκρατημένες προσδοκίες για τις επόμενες εξελίξεις.