Την ανάγκη να επικρατήσει ρεαλισμός στην ενεργειακή μετάβαση υπογράμμισε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, μιλώντας στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ Δελφών 2026. Η τοποθέτησή του έγινε σε συζήτηση με την εκτελεστική αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αρμόδια για μία Καθαρή, Δίκαιη και Ανταγωνιστική Μετάβαση, Τερέζα Ριμπέρα.
«Για χρόνια η απανθρακοποίηση λειτουργούσε σαν ιερό δισκοπότηρο, όχι μόνο στις Βρυξέλλες αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, και ερμηνευόταν ως κάτι που υπερισχύει της κοινωνικής συνοχής, της ανταγωνιστικότητας ή της αποβιομηχάνισης. Τώρα όλοι συνειδητοποιούμε ότι δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Συνειδητοποιούμε πόσο σημαντικό είναι, χωρίς να θυσιάζουμε την προστασία του περιβάλλοντος και την ανάγκη μείωσης των εκπομπών, να προχωρήσουμε μπροστά, αλλά να το κάνουμε με ρεαλιστικό τρόπο και να είμαστε τεχνολογικά ουδέτεροι», ανέφερε ο κ. Παπασταύρου.
Απαντώντας σε ερώτηση για την ενεργειακή κρίση, ο υπουργός σημείωσε ότι το 2022 χρειάστηκε πάνω από ένας χρόνος για να συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη πως έπρεπε να αναλάβουν δράση. «Αυτήν τη φορά χρειάστηκαν μόνο δύο εβδομάδες. Η Ευρώπη δεν έχει τα τέλεια αντανακλαστικά, αλλά έχει αποδείξει ότι όταν έρχεται η κρίση έχει τη δύναμη και την ωριμότητα να λάβει μέτρα», είπε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Παπασταύρου πρόσθεσε ότι πρέπει να ληφθούν στοχευμένα μέτρα τα οποία θα προστατεύουν την κοινωνική συνοχή και τη δημοσιονομική ισορροπία, χωρίς να δημιουργούν ανισότητες. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη να προχωρήσει η Ευρώπη προς μια ενιαία αγορά ενέργειας.
Η πρόοδος της Ελλάδας στο ενεργειακό μείγμα
Ο υπουργός αναφέρθηκε στη σημαντική πρόοδο της Ελλάδας στον τομέα της ενέργειας. Όπως είπε, το 2005 η χώρα κάλυπτε πάνω από το 65% των αναγκών της σε ηλεκτρική ενέργεια από λιγνίτη, ενώ το 2025 το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί κάτω από 8%, με τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) να φθάνουν στο 55%.
«Η συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της χώρας τοποθετεί την Ελλάδα στην 7η θέση παγκοσμίως. Και αν συγκρίνουμε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά την ίδια περίοδο, είμαστε κάτω από το 50%. Αυτό δείχνει ότι η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι πολυτέλεια. Είναι κάτι που η κοινωνία μπορεί να υποστηρίξει, αρκεί να γίνεται με ρεαλιστικούς όρους και να λαμβάνει υπόψη την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την κοινωνική συνοχή», υπογράμμισε.
Η ευρωπαϊκή διάσταση και οι προκλήσεις
Αναφερόμενος στην Οδηγία για τα δίκτυα, ο κ. Παπασταύρου επεσήμανε ότι πολλές χώρες τάχθηκαν ανοιχτά εναντίον της. «Δώσαμε μια μεγάλη μάχη. Ελπίζω ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσουν τον Ιούνιο στην έγκριση του πακέτου για το δίκτυο», σημείωσε.
Από την πλευρά της, η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Τερέζα Ριμπέρα, τόνισε ότι η ΕΕ είναι πλέον πιο ανθεκτική απέναντι στις κρίσεις σε σχέση με το 2022. «Βρισκόμαστε σε καλύτερη θέση. Έχουμε τον τρόπο να αντιδράσουμε, γνωρίζουμε ότι πρέπει να δράσουμε από κοινού και γρήγορα. Γι' αυτό η επίπτωση δεν είναι τόσο μεγάλη όσο στην ουκρανική κρίση», ανέφερε.