Σε εποπτικούς λόγους, ως αποτέλεσμα μιας πιο αυστηρής προσέγγισης του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), αποδίδεται, η σημαντική αύξηση των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων το πρώτο εξάμηνο του 2026 και όχι σε διαρθρωτική επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών ή σε γενικευμένη αδυναμία των νοικοκυριών να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το πρώτο εξάμηνο του έτους τα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 14,6% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, εξέλιξη που προκάλεσε προβληματισμό για την ανθεκτικότητα των νοικοκυριών και τις επιπτώσεις των οικονομικών πιέσεων στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Τραπεζικά στελέχη υπογραμμίζουν στο BD ότι η αύξηση των «κόκκινων δανείων» συνδέεται κυρίως με την εφαρμογή αυστηρότερων εποπτικών κριτηρίων για την αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής υφιστάμενων στεγαστικών δανείων και όχι σε πραγματικές αθετήσεις.
Όπως επισημαίνεται στην Έκθεση της ΤτΕ για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, «μέρος της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων συνδέεται με πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση για τη διευθέτηση των δανείων σε ελβετικό φράγκο (CHF), καθώς και με πρωτοβουλίες των τραπεζών για ορισμένες κατηγορίες ρυθμισμένων στεγαστικών δανείων ευάλωτων νοικοκυριών».
Όπως εξηγούν τραπεζικές πηγές, τα δάνεια αυτά δεν έπαψαν να αποπληρώνονται, αλλά η αλλαγή των όρων των δανείων κρίθηκε από τον επόπτη ότι αποτελεί ένδειξη πιθανής οικονομικής δυσκολίας των δανειοληπτών και, κατ’ επέκταση, πιθανής μελλοντικής αθέτησης.
Έτσι, ζητήθηκε από τις εμπορικές τράπεζες να ταξινομηθούν ως «κόκκινα δάνεια» δάνεια.
Τραπεζικές πηγές εκτιμούν στο BD ότι η πιο συντηρητική προσέγγιση του SSM πιθανότατα συνδέεται με την απόφαση του επόπτη να πιέσει τις τράπεζες να εκμεταλλευτούν την καλή συγκυρία και να «κλείσουν» τις χρόνιες εκκρεμότητες με τα «ελβετικά» δάνεια και δάνεια που έχουν υπαχθεί σε προγράμματα ρύθμισης με χαμηλές αρχικές και σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, γνωστά ως step-up.
Όπως υπογραμμίζουν, τα δάνεια αυτά δεν έπαψαν να εξυπηρετούνται και η αύξηση των NPEs δεν πρέπει να συγχέεται με γενικότερη αδυναμία των νοικοκυριών να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους.
Την ίδια εκτίμηση επιβεβαιώνουν και πηγές της Τράπεζας της Ελλάδος, υπογραμμίζοντας στο BD ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών και δυσκολίας τους στην εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων.
Τι λέει η Τράπεζα της Ελλάδος
Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Οκτωβρίου 2026}, συνδέει μέρος της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων με τη νομοθετική ρύθμιση για τη διευθέτηση των δανείων σε ελβετικό φράγκο και με πρωτοβουλίες των τραπεζών για συγκεκριμένες κατηγορίες ρυθμισμένων στεγαστικών δανείων ευάλωτων νοικοκυριών.
Η αναφορά αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι η αύξηση στα στεγαστικά επηρεάστηκε από ειδικούς παράγοντες που αφορούν τη διαχείριση και την ταξινόμηση υφιστάμενων δανείων και δεν μπορεί να αποδοθεί στο σύνολό της σε επιδείνωση της οικονομικής συμπεριφοράς των δανειοληπτών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος τα δάνεια αβέβαιης είσπραξης αυξήθηκαν κατά περίπου 452 εκατ. ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, ποσό που αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο μέρος της συνολικής αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η οποία ανήλθε σε 529 εκατ. ευρώ.
Συνολικά, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε στα 6,2 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026, αυξημένο κατά 9,3% σε σχέση με το τέλος του 2025, ενώ ο σχετικός δείκτης ενισχύθηκε οριακά στο 3,4% από 3,3%.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει, πάντως, ότι οι αυξημένες εισροές νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων και η διατήρηση υψηλού ποσοστού δανείων στο Στάδιο 2 απαιτούν στενή παρακολούθηση, καθώς μένει να διαπιστωθεί σε ποιον βαθμό αντανακλούν ειδικούς παράγοντες και σε ποιον ευρύτερες τάσεις στην ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων.
Όπως εκτιμά ότι η χρηματοοικονομική κατάσταση των νοικοκυριών δεν εγείρει ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αν και αναγνωρίζει πιέσεις από τον πληθωρισμό, το κόστος διαβίωσης και τις αυξήσεις των επιτοκίων.