Σε ιστορικό χαμηλό υποχώρησαν τα «κόκκινα» δάνεια στο τέλος του 2025 καθώς σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των εγχώριων τραπεζών διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη το 2001.
Σύμφωνα με την ΤτΕ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν στο τέλος του 2025 στα 5,679 δισ. ευρώ και αντιστοιχούν στο 3,3% του συνόλου των δανείων, έναντι 3,8% στο τέλος του 2024, ποσοστό που βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η σωρευτική μείωση του υπολοίπου των «κόκκινων» δανείων σε σχέση με το υψηλότερο σημείο του, που καταγράφηκε τον Μάρτιο του 2016, διαμορφώνεται σε -101,5 δισ. ευρώ ή -94,7%.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη θεαματική ενίσχυση των εγχώριων τραπεζών, την ισχυροποίηση των ισολογισμών τους και την επιστροφή τους στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, αφήνοντας οριστικά πίσω την μεγάλη κρίση και τα προβλήματα που μας κληροδότησε.
Ωστόσο η ιδιαίτερα θετική αυτή εικόνα είναι απατηλή καθώς αφορά αποκλειστικά τις τράπεζες και τους τραπεζικούς ισολογισμούς.
Στην ουσία του, το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει ένα τεράστιο βάρος στην εγχώρια οικονομία καθώς τα «κόκκινα» δάνεια παραμένουν ενεργά και βρίσκονται υπο τη διαχείριση των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, γνωστές ως servicers.
Το μεγάλο βάρος των «κόκκινων» δανείων
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τον περασμένο Δεκέμβριο η συνολική αξία των υπό διαχείριση ανοιγμάτων των διαχειριστών πιστώσεων ανήλθε σε 91,5 δισ. ευρώ εκ των οποίων περίπου τα μισά (49,5%) είναι επιχειρηματικά δάνεια, το 31% στεγαστικά δάνεια και το 19,5% καταναλωτικά δάνεια.
Με άλλα λόγια κάτω από την επιφάνεια της ισχυρής εικόνας των τραπεζών παραμένει ένα «βουνό» μη εξυπηρετούμενων δανείων με δυσβάσταχτο κόστος για την οικονομία.
Εκτιμάται ότι περισσότερα από 1 εκατ. φυσικά και νομικά πρόσωπα παραμένουν εγκλωβισμένα με υποχρεώσεις προς τράπεζες και το Δημόσιο προς τράπεζες και το Δημόσιο, γεγονός που συνεπάγεται βαρύ τίμημα: τον αποκλεισμό τους από το επίσημο οικονομικό κύκλωμα.
Επιχειρηματίες και νοικοκυριά με οφειλές και στιγματισμένοι στις λίστες της Τειρεσίας είναι πρακτικά αποκλεισμένοι από το τραπεζικό σύστημα.
Δεν μπορούν να λάβουν δάνειο από τράπεζα, δεν μπορούν να αξιοποιήσουν προγράμματα για την ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους όπως το ΕΣΠΑ ή την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα.
Ο μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών που παραμένουν με «κόκκινα» δάνεια λειτουργεί ως τροχοπέδη και για τις τράπεζες καθώς δεν υπάρχει επαρκής αγορά για να χορηγήσουν νέα στεγαστικά και μικρά επιχειρηματικά δάνεια.
Επιπλέον, πολλοί από αυτούς, έχοντας οφειλές και στο Δημόσιο είναι αναγκασμένοι να λειτουργούν επαγγελματικά στην «μαύρη» οικονομία δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο: η δραστηριότητά τους δεν καταγράφεται στο ΑΕΠ, δεν πληρώνουν φόρους ή ασφαλιστικές εισφορές και «μολύνουν» τον υγιή ανταγωνισμό στην οικονομία.
Περιττό να σημειωθεί ότι όσο ταχύτερα αντιμετωπιστεί η κληρονομία της κρίσης τόσο γρηγορότερα θα επανενταχθούν στο οικονομικό κύκλωμα χιλιάδες νοικοκυριά και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες.
Τις μεγάλες παρενέργειες του ιδιωτικού χρέους και της αναποτελεσματικής αντιμετώπισής του επισήμανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τον περασμένο Μάρτιο.
Ο Επικεφαλής Αποστολής του FSAP του ΔΝΤ για την Ελλάδα, Τσάρλς Κόεν, τόνισε ότι ο ρυθμός επίλυσης των μη εξυπηρετούμενων οφειλών παραμένει αργός, κυρίως λόγω μεγάλων καθυστερήσεων στις δικαστικές διαδικασίες.
Την ίδια εικόνα κατέγραψε και άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Blog της ΕΚΤ, με τίτλο «Από το Grexit στο Grecovery: Η πορεία της Ελλάδας έξω από την κρίση - και τι απομένει να γίνει», στο οποίο τονίζονταν ότι η διαχείριση του τεράστιου όγκου προβληματικών δανείων παραμένει μία από τις πιο δύσκολες προκλήσεις
Το ατελείωτο παιχνίδι της καθυστέρησης
Η εξαιρετικά αργή πρόοδο στην αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους ασφαλώς συνδέεται με τη γενικότερη κατάσταση της χώρας: τη μεγάλη γραφειοκρατία, την διοικητική πολυπλοκότητα καθώς την απουσία κουλτούρας συνεργασίας και εξεύρεσης λύσεων σε όλα τα επίπεδα.
Κρίσιμη παράμετρος στην αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους αποτελεί το δικαστικό σύστημα και οι μεγάλες καθυστερήσεις στις δικαστικές διαδικασίες όπως επισήμανε το ΔΝΤ.
Ευθύνες για την κατάσταση φέρουν και οι servicers όπου αρχικά βρέθηκαν με έναν τεράστιο όγκο «κόκκινων» δανείων χωρίς να έχουν τις υποδομές για να τα διαχειριστούν (κάτι που την τελευταία 2ετία έχει αλλάξει) γεγονός που είχε σημαντικές επιπτώσεις. Επιπρόσθετα οι servicers εστίασαν περισσότερο στη μεγιστοποίηση των εσόδων, για την επίτευξη βραχυπρόθεσμων οικονομικών στόχων, και όχι στην επίτευξη μακροπρόθεσμων, βιώσιμων, ρυθμίσεων.
Επιπλέον όλων αυτών κατά τη διάρκεια της κρίσης, αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν, διαταράχθηκε η πιστωτική κουλτούρα και παράλληλα αναπτύχθηκε ένα μεγάλο οικοσύστημα από δικηγόρους και συμβούλους που υπόσχονται ότι θα καταφέρουν να απαλλάξουν τους δανειολήπτες από τις υποχρεώσεις τους, υποσχέσεις που συχνά δεν διατηρούν επαφή με την πραγματικότητα.
Χαρακτηριστική είναι η εξαιρετικά χαμηλή ανταπόκριση δανειοληπτών στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει το καθεστώς των ευάλωτων νοικοκυριών καθώς πολλοί είναι αυτοί που προσπαθούν να διασώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία χωρίς να αποπληρώσουν τις οφειλές τους.
Το οικοσύστημα αυτό εκμεταλλεύεται την πολυνομία, τις γραφειοκρατικές και δικαστικές ανεπάρκειες δημιουργώντας συνεχώς εμπόδια στην αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι υποθέσεις του νόμου Κατσέλη που έχουν ολοκληρωθεί προστατεύοντας την κύρια κατοικία και υποχρεώνουν τους δανειολήπτες σε πώληση δευτερευόντων περιουσιακών τους στοιχείων (οικόπεδα, εξοχικά κ.α.) οι πλειστηριασμοί δεν γίνονται με διάφορα προσκόμματα.
Όπως εκτιμούν τραπεζικά στελέχη τα δευτερεύοντα αυτά περιουσιακά στοιχεία που θα έπρεπε να εκποιηθούν είναι περίπου 10.000 ακίνητα αξία 250 - 300 εκατ. ευρώ και για τα οποία δεν γίνεται τίποτα.
Επιπλέον υπάρχει ένα εξαιρετικά φορτισμένο συναισθηματικό πλαίσιο και μια εχθρική αντιμετώπιση των τραπεζών και των servicers το οποίο υποδαυλίζει την σύγκρουση και όχι την εξεύρεση λύσεων.
Εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο είναι ότι στο δικαστικό σύστημα δεν υπάρχει εξειδικευμένο τμήμα για τραπεζικές – οικονομικές υποθέσεις με αποτέλεσμα πολλές αποφάσεις να στερούνται οικονομικής λογικής όπως πρόσφατη του Αρείου Πάγου η οποία ορίζει τον υπολογισμό των τόκων με τρόπο που βρίσκεται εκτός του διεθνούς τραπεζικού πλαισίου.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι ότι διαφορετικά πρωτοδικεία βγάζουν διαφορετικές αποφάσεις για ακριβώς ίδιες υποθέσεις δημιουργώντας ένα δικονομικό χάος που τελικά καταλήγει στο ανώτατο δικαστήριο.
Τα νέα ενεργά «μέτωπα» κατά των servicers είναι το αν μπορούν να αποκτούν ακίνητα από πλειστηριασμό μέσω ειδικών σχημάτων REOCOs και το αν μπορούν να βγάζουν σε πλειστηριασμό ακίνητα σε τιμή σημαντικά υψηλότερη της τιμής με την οποία το απέκτησαν.
Σημειώνεται ότι προ κρίσης οι τράπεζες αγόραζαν ακίνητα που έβγαζαν σε πλειστηριασμούς λόγω οφειλών χωρίς προβλήματα.
Σε ότι αγορά την τιμή των πλειστηριασμών στελέχη εταιριών διαχείρισης υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχουν τιμές ανά δάνεια αλλά συναλλαγές πολλών χιλιάδων δανείων, με τιμή που προσδιορίζεται από έναν μέσο όρο, και πραγματική αξία την αξία των υποθηκών δηλαδή των ακινήτων.
Με όλα αυτά σήμερα δέκα χρόνια μετά την κορύφωση των «κόκκινων» δανείων, όταν τον Μάρτιο του 2016 βρέθηκαν στα 107 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσαν στο περίπου 50% των δανείων των τραπεζών, το ποσό των «κόκκινων» δανείων παραμένει περίπου στο επίπεδο αυτό.