Σύμφωνα με ανάλυση του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, οι ελληνικές τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά το χαρτοφυλάκιο των κρατικών ομολόγων τους τα τελευταία χρόνια. Τα περισσότερα από τα ομόλογα αυτά διακρατούνται έως τη λήξη τους, γεγονός που περιορίζει τους κινδύνους που προκύπτουν από την πρόσφατη άνοδο των αποδόσεων.
Η αξία των κρατικών ομολόγων στα βιβλία των ελληνικών τραπεζών έφτασε σχεδόν το 300% του κεφαλαιακού δείκτη CET1 τον Ιούνιο του 2026, έναντι λιγότερο από 100% τον Ιούνιο του 2019. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει τον μέσο όρο των τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, που διαμορφώθηκε στο 264% από 214% στο τέλος του 2022, αλλά παραμένει χαμηλότερο σε σχέση με τις πορτογαλικές, ιταλικές και ισπανικές τράπεζες.
Η αύξηση της έκθεσης συνοδεύτηκε από διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου, με το ποσοστό των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου να μειώνεται σε λιγότερο από 50% του συνόλου τον Ιούνιο του 2026, από πάνω από 60% το 2019. Αντίστοιχα, στην ΕΕ/ΕΟΧ το ποσοστό μειώθηκε στο 43% από 53%. Σύμφωνα με τον DBRS, η τάση αυτή αντανακλά την αναζήτηση αποδόσεων και ευκαιριών διαφοροποίησης, μειώνοντας τη στενή αλληλεξάρτηση τραπεζών και κρατών.
Οι ελληνικές τράπεζες κατέχουν το υψηλότερο ποσοστό ομολόγων με διάρκεια άνω των πέντε ετών (71%), ενώ στην ΕΕ/ΕΟΧ το ποσοστό αυξήθηκε στο 46% από 42%. Πάνω από το 80% των ελληνικών τραπεζικών χαρτοφυλακίων αποτιμάται με τη μέθοδο του αποσβεσμένου κόστους, διατηρώντας τους τίτλους έως τη λήξη και αποφεύγοντας λογιστικές ζημιές από αυξήσεις αποδόσεων. Στις τράπεζες της ΕΕ/ΕΟΧ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 59%.
Ο DBRS επισημαίνει ότι τα μακροπρόθεσμα χαρτοφυλάκια σε αποσβεσμένο κόστος προστατεύουν τα καθαρά έσοδα από τόκους από τη μεταβλητότητα των επιτοκίων. Οι ελληνικές τράπεζες διακρατούν για συναλλαγές μόνο ένα μικρό μονοψήφιο ποσοστό των ομολόγων τους.
«Κατά την άποψή μας, ο παραδοσιακός δεσμός μεταξύ κρατών και τραπεζών έχει γίνει λιγότερο άμεσος, καθώς οι ευρωπαϊκές τράπεζες εστιάζουν λιγότερο στα εγχώρια κρατικά ομόλογα και το εποπτικό πλαίσιο είναι ισχυρότερο σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους πίεσης. Παρ' όλα αυτά, οι εκθέσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών σε κρατικά ομόλογα παραμένουν σημαντικές, καθώς οι τράπεζες έχουν δημιουργήσει μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια τίτλων με μακρύτερη διάρκεια, γεγονός που τις καθιστά πιο ευαίσθητες στις μεταβολές των επιτοκίων, εάν οι αποδόσεις συνεχίσουν να παρουσιάζουν ανοδική τάση.
Ωστόσο, αναμένουμε ότι ο αντίκτυπος στις ευρωπαϊκές τράπεζες θα παραμείνει διαχειρίσιμος, δεδομένου του μεγάλου μεριδίου του κρατικού χρέους που διακρατείται στο αποσβεσμένο κόστος, της βελτιωμένης δημιουργίας κερδών και των ισχυρότερων ισολογισμών τους», σημειώνει ο DBRS.