Ανθεκτική αποδεικνύεται η ελληνική οικονομία απέναντι στο νέο ενεργειακό και γεωπολιτικό σοκ, με την Εθνική Τράπεζα να αναθεωρεί ανοδικά την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη το 2026.
Μετά την καλύτερη του αναμενομένου επίδοση του β' τριμήνου, η εκτίμηση για τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης αναβαθμίζεται στο 1,9%, από 1,7% προηγουμένως, υπό την προϋπόθεση ότι η ενεργειακή αβεβαιότητα θα υποχωρήσει σύντομα και δεν θα υπάρξουν ισχυρές δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις.
Το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,2% στην ευρωζώνη, καταγράφοντας υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης για 20ό συνεχόμενο τρίμηνο. Σε τριμηνιαία βάση, η ανάπτυξη επιταχύνθηκε οριακά στο 0,3%, από 0,2% το πρώτο τρίμηνο.
Οι επενδύσεις παραμένουν ο βασικός μοχλός
Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο πυλώνα της ανάπτυξης. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 συνεισέφεραν 1,6 ποσοστιαίες μονάδες στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ, ενώ στο δεύτερο τρίμηνο ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 6,1% σε ετήσια βάση.
Ο λόγος των επενδύσεων προς το ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 18,7%, κοντά σε υψηλό 16 ετών. Ισχυρή ήταν η αύξηση στις επενδύσεις σε κατασκευές, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 12,6%, στον εξοπλισμό Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών κατά 7,3% και στον μηχανολογικό εξοπλισμό κατά 2,2%.
Η ΕΤΕ εκτιμά ότι ο μεγάλος αριθμός επενδυτικών έργων που βρίσκονται σε εξέλιξη, οι ευνοϊκές χρηματοδοτικές συνθήκες και η επιτάχυνση των εκταμιεύσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δημιουργούν προϋποθέσεις για τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής και στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Καλύτερη του αναμενομένου η κατανάλωση
Θετική έκπληξη αποτέλεσε και η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αυξήθηκε κατά 1,7% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, έναντι μόλις 0,2% το πρώτο τρίμηνο.
Η εξέλιξη αυτή σημειώθηκε παρά την επιτάχυνση του πληθωρισμού στο 5% το δεύτερο τρίμηνο, από 3% το πρώτο, αλλά και την υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης σε χαμηλό τετραετίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η ανθεκτικότητα της κατανάλωσης συνδέεται με την ήπια αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, τη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας και την ενίσχυση της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά.
Πιέσεις από εξαγωγές, τουρισμό και ναυτιλία
Στον αντίποδα, οι καθαρές εξαγωγές είχαν αρνητική συμβολή 0,8 ποσοστιαίες μονάδες στην αύξηση του ΑΕΠ, παρά την αύξηση κατά 6,6% των εξαγωγών αγαθών.
Οι εξαγωγές υπηρεσιών υποχώρησαν κατά 1,7% σε πραγματικούς όρους, επηρεαζόμενες κυρίως από την κάμψη στις θαλάσσιες μεταφορές, το υψηλότερο κόστος ναύλων και καυσίμων, αλλά και τις δυσλειτουργίες σε βασικές θαλάσσιες οδούς λόγω της γεωπολιτικής κρίσης.
Παράλληλα, η αύξηση των τουριστικών εισπράξεων επιβραδύνθηκε σημαντικά τον Ιούνιο, στο 1,2% σε ετήσια βάση, έναντι 25,8% την περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου. Σε πραγματικούς όρους, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν μόλις κατά 0,7% στο δεύτερο τρίμηνο.
Ανάπτυξη 2% στο γ' τρίμηνο
Τα διαθέσιμα στοιχεία για το τρίτο τρίμηνο εξακολουθούν, πάντως, να δείχνουν σταθερή αναπτυξιακή δυναμική. Το μοντέλο GDP-Nowcasting της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία Ιουλίου-Αυγούστου, δείχνει αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,7% σε τριμηνιαία βάση, που αντιστοιχεί σε ετήσια ανάπτυξη 2%.
Η εικόνα αυτή ενισχύει την εκτίμηση για ανάπτυξη 1,9% στο σύνολο του 2026, με την ΕΤΕ να επισημαίνει ωστόσο ότι η πρόβλεψη προϋποθέτει ταχεία αποκλιμάκωση της ενεργειακής αβεβαιότητας και αποφυγή σοβαρών δευτερογενών επιπτώσεων στον πληθωρισμό.
Παράλληλα, η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να στηριχθεί περαιτέρω στο δεύτερο εξάμηνο από την επιτάχυνση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και των εκταμιεύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και από την ενίσχυση της τραπεζικής χρηματοδότησης.