Σε αναβάθμιση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές (ΒΒΒ positive) προχώρησε ο ιαπωνικός οίκος αξιολόγησης R&I, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ενισχυμένης εμπιστοσύνης στις προοπτικές της χώρας εν μέσω διεθνών αβεβαιοτήτων.
Σύμφωνα με τον οίκο, η οικονομία της Ελλάδας αναμένεται να συνεχίσει την ανάπτυξή της με σταθερούς ρυθμούς. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην ενίσχυση των φορολογικών εσόδων συμβάλλουν στη διατήρηση σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων και στη μείωση του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης.
Η δημοσιονομική βελτίωση εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί, καθώς οι δαπάνες περιορίζονται βάσει των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ενισχύεται, αντανακλώντας τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ο R&I επισημαίνει ότι η πιστοληπτική αξιολόγηση θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω, εφόσον οι προσπάθειες για οικονομική ανάπτυξη και δημοσιονομική σταθερότητα συνεχιστούν και μετά τις εκλογές που, σύμφωνα με τον οίκο, προγραμματίζονται για τον Ιούλιο του 2027.
Η ελληνική οικονομία εμφανίζει ρυθμό ανάπτυξης άνω του μέσου όρου της ευρωζώνης, με το πραγματικό ΑΕΠ να εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 2,1% το 2025. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης, τις ισχυρές τουριστικές εισροές και την επενδυτική διεύρυνση λόγω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων.
Για το 2026, η ανάπτυξη προβλέπεται να μετριαστεί λόγω παραγόντων όπως ο πληθωρισμός και οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η χώρα αναμένεται να διατηρήσει ισχυρό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης κοντά στο 2%, ενώ από το 2027 και μετά η οικονομική μεγέθυνση εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί στο εύρος του 1%. Στρατηγική της κυβέρνησης είναι η μείωση της εξάρτησης από τον τουρισμό, μέσω προσέλκυσης νέων επενδύσεων στη βιομηχανία.
Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων με τη συμβολή κυβερνητικού συστήματος εγγυήσεων έχει φέρει το σχετικό ποσοστό κοντά στον μέσο όρο της ευρωζώνης. Ο τραπεζικός τομέας εμφανίζει βελτιωμένη ρευστότητα λόγω αύξησης των εγχώριων καταθέσεων και σταθερότητα στο μετοχικό του κεφάλαιο.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει έλλειμμα περίπου 6% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω εμπορικού ελλείμματος, γεγονός που όμως αντανακλά και την αύξηση των εισαγωγών λόγω ισχυρών επενδύσεων. Ο οίκος R&I δεν θεωρεί το τρέχον έλλειμμα παράγοντα κινδύνου, καθώς τα «διπλά ελλείμματα» του παρελθόντος έχουν επιλυθεί και μέρος του ελλείμματος χρηματοδοτείται από άμεσες ξένες επενδύσεις. Το έλλειμμα αντισταθμίζεται εν μέρει από πλεόνασμα στο ισοζύγιο υπηρεσιών, με έμφαση στα τουριστικά έσοδα.
Στο δημοσιονομικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης, σημειώνεται πλεόνασμα από το 2024, με το πρωτογενές πλεόνασμα να υπερβαίνει το 4% του ΑΕΠ. Η αύξηση των εσόδων αποδίδεται σε μέτρα κατά της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, όπως οι υποχρεωτικές ηλεκτρονικές πληρωμές, η ψηφιοποίηση της φορολογίας και η υιοθέτηση της ψηφιακής κάρτας εργασίας. Ο R&I προβλέπει διατήρηση θετικού πρωτογενούς πλεονάσματος τα επόμενα χρόνια.
Τέλος, η αναλογία του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης προς το ΑΕΠ ακολουθεί καθοδική τάση, με τον οίκο να εκτιμά ότι η μείωση θα συνεχιστεί, διασφαλίζοντας ένα καλό επίπεδο δανειστικής ικανότητας για τη χώρα.