Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς Βασίλη Κορκίδη, στο τελευταίο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας πριν τις εκλογές αναδείχθηκαν τέσσερις βασικές προκλήσεις για την κυβέρνηση.
Η πρώτη αφορά τη φθορά της καθημερινότητας, με την ακρίβεια, το υψηλό ενεργειακό κόστος, τη στέγαση και την κόπωση της μεσαίας τάξης να προκαλούν έντονη ψυχολογική πίεση. Ακόμη και πολίτες που αναγνωρίζουν θετικές μακροοικονομικές επιδόσεις αισθάνονται ότι το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί.
Η δεύτερη πρόκληση σχετίζεται με την κόπωση εξουσίας, φαινόμενο συχνό σε κυβερνήσεις δεύτερης θητείας, όπου μετά από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης ενισχύεται η ανάγκη του εκλογικού σώματος για ανανέωση προσώπων.
Τρίτη πρόκληση αποτελεί η ψήφος διαμαρτυρίας, καθώς οι μετρήσεις δείχνουν άνοδο μικρότερων κομμάτων και υψηλά ποσοστά αναποφάσιστων, γεγονός που υποδηλώνει πως ο «θυμός» των πολιτών δεν κατευθύνεται σε έναν συγκεκριμένο αντίπαλο αλλά διαχέεται. Τέλος, σημαντικό ζήτημα είναι η συσπείρωση της κεντροδεξιάς βάσης, με μερίδα συντηρητικών ψηφοφόρων να εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στην κυβέρνηση, θεωρώντας ότι απομακρύνεται από την κοινωνία.
Παράγοντες στήριξης και προοπτικές
Παράλληλα, όπως σημειώνει ο κ. Κορκίδης, εξακολουθούν να υπάρχουν παράγοντες που λειτουργούν υπέρ της ΝΔ. Μεταξύ αυτών, η απουσία ισχυρής εναλλακτικής αντιπολιτευτικής πρότασης, η εικόνα κυβερνητικής σταθερότητας σε περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας, η υπεροχή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός και ο φόβος πολιτικής αστάθειας. Εάν οι εκλογές διεξάγονταν σήμερα, εκτιμάται ότι η ΝΔ θα κέρδιζε, αλλά με χαμηλότερο ποσοστό, δυσκολότερη αυτοδυναμία και πιο κατακερματισμένο κοινοβούλιο.
Το κρίσιμο διάστημα μέχρι τις κάλπες, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΕΒΕΠ, είναι η ευκαιρία για την κυβέρνηση να ανακτήσει μέρος των απωλειών της, εφόσον βελτιωθεί η οικονομική ψυχολογία και μειωθεί η κοινωνική πίεση. Αν, ωστόσο, παγιωθεί η αντίληψη ότι η οικονομία ευνοεί λίγους και η καθημερινότητα δυσκολεύει, η προσωρινή δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή εκλογική φθορά.
Ο ρόλος του μικρομεσαίου επιχειρηματία
Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας αποτελεί διαχρονικά κρίσιμο εκλογικό πυλώνα. Πρόκειται για τον επαγγελματία, έμπορο, βιοτέχνη, παραγωγό ή οικογενειακό επιχειρηματία που επηρεάζεται άμεσα από τη φορολογία, τις ασφαλιστικές εισφορές, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και το ενεργειακό κόστος. Όταν αισθάνεται οικονομικά πιεσμένος, φορολογικά αδικημένος και θεσμικά παραμελημένος, η ψήφος του γίνεται περισσότερο τιμωρητική παρά υποστηρικτική.
Συνήθως, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας δεν εκφράζεται δημόσια, αλλά η στάση του αποτυπώνεται στην κάλπη. Είτε απέχει, είτε επιλέγει μικρότερα κόμματα ως μήνυμα δυσαρέσκειας. Η επιχειρηματική ψήφος σπάνια γίνεται ακραία, ωστόσο μπορεί να στραφεί αντισυστημικά όταν επικρατεί αίσθηση αδιεξόδου.
Ο μικρομεσαίος αντιδρά περισσότερο στην αίσθηση αδικίας παρά στη δυσκολία. Αν πιστεύει ότι υπάρχει προοπτική και ίσοι κανόνες για όλους, αντέχει τις δυσκολίες. Αν όμως θεωρήσει ότι ευνοούνται οι μεγάλοι και οι τράπεζες παραμένουν κλειστές για τους μικρούς, τότε ο θυμός του αποκτά πολιτική διάσταση.
Η οικονομική πίεση και η πολιτική συμπεριφορά
Στην πραγματική οικονομία, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας βιώνει καθημερινή ταμειακή πίεση. Καθυστερήσεις πληρωμών, πτώση κατανάλωσης, υψηλό λειτουργικό κόστος και υπερφορολόγηση μετατρέπονται σε πολιτική δυσαρέσκεια. Έτσι, η ακρίβεια, το ενεργειακό κόστος και τα επιτόκια έχουν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα από τους γενικούς δείκτες ανάπτυξης.
Παρότι ο μικρομεσαίος φοβάται την πολιτική αστάθεια, όταν η σταθερότητα ταυτίζεται με στασιμότητα, η ανάγκη αντίδρασης υπερισχύει. Για αυτό, όταν αποφασίσει να απομακρυνθεί από μια κυβέρνηση που θεωρεί φιλική προς την αγορά, το κάνει μαζικά και δύσκολα επιστρέφει.
Τα κριτήρια της επιχειρηματικής ψήφου
Ο αναποφάσιστος μικρομεσαίος επιχειρηματίας θα κινηθεί προς τις κάλπες με τρία κριτήρια: αν βελτιώνεται η καθημερινή λειτουργία της επιχείρησής του, αν αισθάνεται ότι ακούγεται θεσμικά και αν υπάρχει σοβαρό, ρεαλιστικό σχέδιο για τις ΜμΕ.
Αν αυτά δεν αποκατασταθούν, η επιχειρηματική δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει σε σιωπηλή αλλά κρίσιμη εκλογική μετατόπιση, κυρίως στο λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες και στην οικογενειακή επιχειρηματικότητα, τομείς που επηρεάζουν καθοριστικά το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα.