Η ελληνική οικονομία συνεχίζει την ανοδική της πορεία, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα χάρη στα δημοσιονομικά πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων ετών. Ωστόσο, σύμφωνα με το τελευταίο οικονομικό δελτίο της Alpha Bank, το εύρος των επιπτώσεων από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή θα εξαρτηθεί από παράγοντες όπως η διάρκεια των συγκρούσεων, οι διαταραχές στις ενεργειακές ροές και η γεωγραφική επέκταση των επιχειρήσεων.
Όπως σημειώνουν οι αναλυτές, η Ελλάδα δεν εισάγει πετρέλαιο ή φυσικό αέριο από το Ιράν. Με βάση τα στοιχεία του 2024, οι εισαγωγές φυσικού αερίου (εκτός LNG) προήλθαν κυρίως από τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ άνω του 60% των εισαγωγών πετρελαίου προήλθε από το Ιράκ, το Καζακστάν και τη Λιβύη.
Παρά ταύτα, η χώρα παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε διεθνείς ανατιμήσεις. Το πετρέλαιο, τα παράγωγά του και το φυσικό αέριο αντιπροσώπευαν το 61% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας το 2024, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ-27. Παράλληλα, η άμεση συμβολή του τουρισμού στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) της χώρας είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στην Ευρώπη, μετά την Κροατία.
Πιθανές μακροοικονομικές επιπτώσεις
Η παράταση ή διεύρυνση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επηρεάσει την ελληνική οικονομία μέσω τριών βασικών καναλιών. Πρώτον, μέσω της ενίσχυσης της ενεργειακής συνιστώσας του πληθωρισμού και της αύξησης του γενικού επιπέδου τιμών. Μια παρατεταμένη διαταραχή στις ενεργειακές αγορές και τις εμπορικές ροές θα αυξήσει το κόστος παραγωγής και τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Όπως είχε συμβεί το 2022, μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, η αύξηση των τιμών ενέργειας μπορεί να μετακυλιστεί και σε άλλες κατηγορίες αγαθών, όπως τα τρόφιμα. Αν και η ενεργειακή συνιστώσα του πληθωρισμού έχει υποχωρήσει από το 2022, παραμένει κατά 19,5% υψηλότερη σε σχέση με το 2021. Μια νέα ενεργειακή κρίση θα μπορούσε επίσης να διευρύνει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο αποτελεί διαχρονική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας.
Επιπτώσεις στον τουρισμό και τις επενδύσεις
Δεύτερον, υπάρχει κίνδυνος αποδυνάμωσης των εισερχόμενων ταξιδιωτικών ροών. Η αυξημένη αβεβαιότητα στη Μεσόγειο ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τον ελληνικό τουρισμό, ιδίως τις αφίξεις μέσω κρουαζιέρας. Αν όμως οι συγκρούσεις περιοριστούν στη Μέση Ανατολή, η Ελλάδα θα μπορούσε να ενισχύσει το μερίδιο αγοράς της, όπως είχε συμβεί κατά την Αραβική Άνοιξη. Ο ελληνικός τουρισμός έχει ήδη αποδείξει την ανθεκτικότητά του, ανακάμπτοντας δυναμικά μετά την πανδημία και καταγράφοντας ιστορικά υψηλά.
Τρίτον, η αυξημένη αβεβαιότητα και το υψηλό ενεργειακό κόστος ενδέχεται να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις υλοποίησης επενδυτικών σχεδίων. Η περίοδος είναι κρίσιμη, καθώς το 2026 είναι το τελευταίο έτος του προγράμματος NextGenerationEU και της απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ως προθεσμία τον Αύγουστο για την ολοκλήρωση των στόχων και οροσήμων των εθνικών σχεδίων, γεγονός που μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο επιτάχυνσης των επενδύσεων.
Θετικοί παράγοντες και προοπτικές
Η θετική δυναμική της ελληνικής οικονομίας, η δημοσιονομική σταθερότητα και τα πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων ετών αποτελούν σημαντικούς σταθεροποιητικούς παράγοντες. Αυτά προσφέρουν δημοσιονομικό χώρο για πιθανά μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε περίπτωση νέων πιέσεων.
Με βάση τα στοιχεία του τέταρτου τριμήνου του προηγούμενου έτους, η στατιστική επίδραση βάσης στον ρυθμό ανάπτυξης του 2026 εκτιμάται σε 1,1%. Επιπλέον, το 2025, για πρώτη φορά μετά την πανδημία, η συνεισφορά των επενδύσεων (1,5 ποσοστιαίες μονάδες) στην αύξηση του ΑΕΠ (2,1%) ξεπέρασε εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης (1,4 π.μ.).
Η άνοδος των επενδύσεων το 2025 έφτασε το 8,9%, με έντονη επιτάχυνση στο δεύτερο εξάμηνο (13,6%). Οι επενδύσεις σε κατοικίες κατέγραψαν τη μεγαλύτερη αύξηση (22,4%), ενώ ανοδικά κινήθηκαν και οι τομείς του μεταφορικού εξοπλισμού (20,8%) και των λοιπών κατασκευών (8,3%).