Η παραγωγή οίνου στην Ελλάδα για την αμπελοοινική περίοδο 2025-2026 ανήλθε σε 1.645.266 εκατόλιτρα, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του αρμόδιου τμήματος του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Όπως επισημαίνει η ΚΕΟΣΟΕ, πρόκειται για τον τρίτο χαμηλότερο όγκο που έχει καταγραφεί ποτέ, μετά το ιστορικά χαμηλό επίπεδο της περιόδου 2023-2024, όταν η παραγωγή περιορίστηκε στα 1.379.433 εκατόλιτρα.
Η τελική παραγωγή, που βασίζεται στις δηλώσεις των οινοποιείων και μεταποιητών, εμφανίζεται αυξημένη κατά 15% σε σύγκριση με την περίοδο 2024-2025.
Ωστόσο, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, ο ελληνικός αμπελώνας δεν καλύπτει τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς, γεγονός που δημιουργεί πιέσεις στη λειτουργία των οινοποιείων και οδηγεί σε άνοδο των τιμών στη χονδρική αγορά, χωρίς αντίστοιχη αύξηση στις τιμές των σταφυλιών, όπως υπογραμμίζει η ΚΕΟΣΟΕ.
Σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας, η παραγωγή της περιόδου 2025-2026 είναι μειωμένη κατά 15,07%. Η υποχώρηση αποδίδεται κυρίως στα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι παγετοί του Μαρτίου και του Απριλίου και η έντονη ξηρασία της άνοιξης και του καλοκαιριού.
Τα στοιχεία της ΚΕΟΣΟΕ δείχνουν επίσης ότι η ελληνική οινοπαραγωγή έχει απομακρυνθεί σημαντικά από τα επίπεδα της εικοσαετίας 1993-2013, όταν η μέση ετήσια παραγωγή ανερχόταν σε περίπου 3.577.000 εκατόλιτρα.
Πέρα από τις κλιματικές συνθήκες, καθοριστικό ρόλο στη μείωση παίζει και η συρρίκνωση των εκτάσεων αμπελοκαλλιέργειας.
Μεταβολές ανά κατηγορία οίνου
Σε σχέση με την περίοδο 2024-2025, παρατηρούνται διαφοροποιήσεις στις επιμέρους κατηγορίες. Οι οίνοι Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) μειώθηκαν κατά 10,25%, ενώ οι οίνοι Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) αυξήθηκαν κατά 11,15%.
Σημαντική άνοδος σημειώθηκε στους ποικιλιακούς οίνους (+38,92%) και στους οίνους χωρίς γεωγραφική ένδειξη (+15,09%), ενώ η κατηγορία «άλλοι οίνοι και γλεύκη» παρουσίασε εντυπωσιακή αύξηση 228,57%.
Σε επίπεδο συνολικής παραγωγής, οι οίνοι χωρίς γεωγραφική ένδειξη αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ της παραγωγής, με ποσοστό 49,29% (810.947 εκατόλιτρα).
Ακολουθούν οι οίνοι ΠΓΕ με 25,05% (412.103 εκατόλιτρα), οι ποικιλιακοί με 17,18% (282.712 εκατόλιτρα) και οι οίνοι ΠΟΠ με 8,20% (134.939 εκατόλιτρα).
Οι λοιποί οίνοι αντιστοιχούν σε μόλις 0,28%, γεγονός που δείχνει ότι περίπου το μισό της ελληνικής παραγωγής αφορά οίνους μαζικής κατανάλωσης, σύμφωνα με την ΚΕΟΣΟΕ.
Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι οι λευκοί οίνοι κυριαρχούν στην ελληνική παραγωγή, αντιπροσωπεύοντας το 66,27% της συνολικής ποσότητας, δηλαδή 1.090.332 εκατόλιτρα. Οι ερυθροί, ερυθρωποί και λοιποί οίνοι αντιστοιχούν στο 32,09%, ήτοι 527.888 εκατόλιτρα.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα οίνου το 2023, σε συνδυασμό με τα μειωμένα αποθέματα, οδήγησε σε σημαντική αύξηση των εισαγωγών. Συγκεκριμένα, το 2024 οι εισαγωγές οίνου αυξήθηκαν κατά 39,95%, ενώ το 2025 σημείωσαν περαιτέρω άνοδο κατά 18,73%.