Η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ είναι πιθανότερο να είναι μείωση παρά αύξηση των επιτοκίων, σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα.
Σε συνέντευξή του στο Politico, όπως μεταφράστηκε επίσημα από την ΤτΕ, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε ότι υπάρχει μια «ελαφρώς μεγαλύτερη» πιθανότητα η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ να είναι μείωση των επιτοκίων, «εκτός αν ο ουρανός πέσει στο κεφάλι μας, μην περιμένετε συναρπαστικές ειδήσεις από τη Φραγκφούρτη φέτος».
Ο διοικητής υπογράμμισε ότι «η οικονομία της ζώνης του ευρώ παραμένει σε καλό σημείο», καθώς ο πληθωρισμός αναμένεται να συγκλίνει προς τον στόχο της ΕΚΤ για 2% μεσοπρόθεσμα, ενώ η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ανθεκτική.
Αναγνώρισε επίσης ότι οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό είναι γενικά αμφίπλευροι, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη προσεκτικών κινήσεων στη νομισματική πολιτική.
Υπέρ της έκδοσης ευρωομολόγου
Ο κ. Στουρνάρας επανέλαβε τη στήριξή του στην έκδοση ευρωομολόγου. «Πριν από μερικά χρόνια, ήμασταν ένα, το πολύ δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που υποστηρίζαμε τα ευρωομόλογα», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι πλέον υπάρχει ευρύτερη αποδοχή της ιδέας ακόμη και από τη γερμανική Κεντρική Τράπεζα, η οποία είχε διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στους σκεπτικιστές.
Κατά τον διοικητή, η αλλαγή στάσης αποδίδεται στη βελτίωση των επιδόσεων των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες πριν από μία δεκαετία βρίσκονταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας.
Παράλληλα, η σιωπηρή επιδότηση του Βερολίνου προς τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ οι «διαφορές αποδόσεων» (spreads) μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας έναντι της Γερμανίας βρίσκονται πλέον κάτω από 1 ποσοστιαία μονάδα.
Ανάγκη για ασφαλή περιουσιακά στοιχεία
Ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να υπολείπεται σε ασφαλή περιουσιακά στοιχεία, γεγονός που ωθεί μεγάλο μέρος του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών να επενδύεται εκτός ευρωζώνης. «Είναι ακόμα σημαντικότερο από το ποσοστό απόδοσης», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Καταλήγοντας, τόνισε ότι η κοινή έκδοση χρέους θα πρέπει να εξυπηρετεί «σαφώς προσδιορισμένους κοινούς ευρωπαϊκούς σκοπούς». Όπως είπε, «έχουμε τρεις κοινές ανάγκες στην Ευρώπη που μπορούν να χρηματοδοτηθούν από κοινού: την άμυνα, την πράσινη μετάβαση και την καινοτομία».