Μια από τις δυσκολότερες περιόδους των τελευταίων δεκαετιών διανύει η ελληνική μελισσοκομία, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδας, Κώστα Λεονταράκη που μίλησε στο BD.
Όπως επισήμανε, η κρίση δεν είναι μόνο εγχώρια. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου η αγορά μελιού δοκιμάζεται από κλιματικές πιέσεις, αθέμιτο ανταγωνισμό και σοβαρά κενά στους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
«Ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά. Κάθε χρονιά δυσκολεύει πιο πολύ από την προηγούμενη», τονίζει ο κ. Λεονταράκης. Οι νομές δεν αποδίδουν όπως παλιά, οι απότομες εναλλαγές του καιρού δεν επιτρέπουν στις μέλισσες να προσαρμοστούν και οι παραγωγές μειώνονται.
Χαρακτηριστικό είναι ότι φέτος στην Ελλάδα, το πεύκο έδωσε τις συνηθισμένες ποσότητες, με αποτέλεσμα «οι μέλισσες έφυγαν με ζημιά», ενώ προβλήματα καταγράφηκαν και στο έλατο.
Το θυμάρι, σε αρκετές περιοχές, δεν απέδωσε επαρκώς, όπως και οι περισσότερες ανθοφορίες. Οι μελισσοκόμοι βρίσκονται, όπως λέει, «σε μόνιμη ανησυχία για το τι μέλλει γενέσθαι», καθώς η κλιματική αλλαγή επιβαρύνει διαρκώς την παραγωγή χωρίς ουσιαστική, μόνιμη στήριξη.
Φθηνές εισαγωγές και «ελληνοποιήσεις»
Στα προβλήματα παραγωγής προστίθεται η πίεση από φθηνά εισαγόμενα μέλια τρίτων χωρών, όπως από την Κίνα και την Ουκρανία, τα οποία εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις όπως της Ουκρανίας χωρίς δασμούς.
Παράλληλα, το φαινόμενο των «ελληνοποιήσεων» - η ανάμειξη εισαγόμενου μελιού με ελληνικό και η πώλησή του ως εγχώριο - στρεβλώνει την αγορά. «Το κράτος δεν έχει κάνει κάτι ουσιαστικό για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα», υπογραμμίζει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας.
Οι Έλληνες μελισσοκόμοι παράγουν ποιοτικό μέλι, με υψηλό κόστος παραγωγής και αυστηρές προδιαγραφές, ενώ οι ζημιές συχνά δεν αποζημιώνονται επαρκώς. «Μια αποζημίωση για να βγάλουμε τα σπασμένα είναι σταγόνα στον ωκεανό», σημειώνει, ζητώντας διαρθρωτικά και μόνιμα μέτρα.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της κρίσης
Η κρίση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Το ευρωπαϊκό μέλι βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε σοβαρή δοκιμασία. Πολλά προϊόντα αμφιβόλου προέλευσης και ποιότητας, κατακλύζουν τα ράφια των σούπερ μάρκετ, με τους Ευρωπαίους μελισσοκόμους να μην μπορούν να προστατέψουν τα προϊόντα τους.
Τα κενά στο ευρωπαϊκό σύστημα ελέγχου είναι όλο και πιο ορατά καθώς αυξάνονται συνεχώς οι εισαγωγές μελιού από τρίτες χώρες, ενώ η νοθεία και η παραπλάνηση «ανθεί».
Όσον αφορά τους μηχανισμούς επιτήρησης αυτοί απουσιάζουν συστηματικά θέτοντας σε κίνδυνο τόσο τους καταναλωτές όσο και τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής μελισσοκομίας.
Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει και η Ευρωπαϊκή Μελισσοκομική Ένωση (EBA), που εκπροσωπεί πλέον περισσότερους από 420.000 μελισσοκόμους σε 32 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Με επίσημη επιστολή που έστειλε προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητά άμεσες παρεμβάσεις για να σταματήσει η υπονόμευση της αγοράς από πρακτικές νοθείας και ανεπαρκείς ελέγχους, ιδιαίτερα ενόψει της συμφωνίας ΕΕ - Mercosur.
Mercosur και άνισος ανταγωνισμός
Η συμφωνία Mercosur, σε περίπτωση που εφαρμοστεί, όσον αφορά το μέλι, εκτιμάται ότι θα αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Αν και οι Ευρωπαίοι μελισσοκόμοι δεν αντιτίθενται στο ελεύθερο εμπόριο, επισημαίνουν ότι δεν μπορεί να λειτουργεί εις βάρος των καταναλωτών, της ποιότητας και της διαφάνειας.
Στην πράξη, το μέλι που εισάγεται από τρίτες χώρες δεν περνά από το ίδιο αυστηρό πλέγμα ελέγχων που εφαρμόζεται στην ευρωπαϊκή παραγωγή, γεγονός που διαμορφώνει ένα σαφώς άνισο πεδίο ανταγωνισμού.
Την ώρα που οι Ευρωπαίοι μελισσοκόμοι καλούνται να τηρούν από τα πιο απαιτητικά κανονιστικά πρότυπα διεθνώς, σε ό,τι αφορά τις κτηνιατρικές αγωγές, την προστασία του περιβάλλοντος και τις μεθόδους εκτροφής και παραγωγής, επιβαρύνονται με σημαντικό κόστος συμμόρφωσης, το οποίο δεν αντιμετωπίζουν στον ίδιο βαθμό οι παραγωγοί εκτός ΕΕ.
Όπως αναφέρει ο κ. Κωσ. Λεονταράκης τα μέλια από χώρες της Mercosur θα μπορούσαν να φτάνουν στην Ευρώπη ακόμη και με 1,40 ευρώ το κιλό – τιμή που είναι αδύνατο να ανταγωνιστεί ο Έλληνας παραγωγός.
Η Ευρωπαϊκή Μελισσοκομική Ένωση ζητά από την Κομισιόν:
- Να ορίσει και να χρηματοδοτήσει άμεσα ένα Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Αναφοράς για το μέλι, με αρμοδιότητα την ανάπτυξη και επικύρωση εναρμονισμένων μεθόδων πιστοποίησης γνησιότητας, την παροχή υλικών αναφοράς και τη στήριξη των εθνικών αρχών.
- Να επιταχύνει το έργο της Ευρωπαϊκής Πλατφόρμας για το Μέλι (EU Honey Platform), με σαφή χρονοδιαγράμματα και απτά αποτελέσματα.
- Να συγκροτήσει τεχνικές ομάδες εργασίας για τις μεθόδους πιστοποίησης.
- Να διασφαλίσει επαρκή επιστημονική εκπροσώπηση και να μετατρέψει τις συστάσεις σε δεσμευτικούς κανονισμούς.
- Να επανεξετάσει το καθεστώς ελέγχων στα σύνορα για προϊόντα υψηλού κινδύνου απάτης.
Η ελληνική και ευρωπαϊκή μελισσοκομία βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, η κλιματική πίεση και το αυξημένο κόστος παραγωγής. Από την άλλη, οι φθηνές εισαγωγές, η νοθεία και οι ελλιπείς έλεγχοι.
Όπως επισημαίνει ο κ. Κώστας Λεονταράκης, αν δεν ληφθούν άμεσα και ουσιαστικά μέτρα, πολλοί παραγωγοί θα εγκαταλείψουν το επάγγελμα. Και τότε, το τίμημα δεν θα το πληρώσουν μόνο οι μελισσοκόμοι, αλλά και οι καταναλωτές και συνολικά η ευρωπαϊκή αγροτική παραγωγή.