Συνεχίζεται το σίριαλ γύρω από το βιομηχανικό ρεύμα, με τις επικείμενες ανακοινώσεις για μέτρα στήριξης του ενεργειακού κόστους να αναμένονται «από μέρα σε μέρα» εδώ και πολύ καιρό.
Ήδη έχουν συμπληρωθεί τέσσερις μήνες από τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, για σχετικές παρεμβάσεις, κατά τη γενική συνέλευση του ΣΕΒ στις 7 Οκτωβρίου, χωρίς τελικά να υπάρξει καμία ανακοίνωση.
Έκτοτε έχουν πραγματοποιηθεί δύο διυπουργικές συσκέψεις υπό τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, καθώς και δεκάδες επαφές εκπροσώπων του κλάδου με αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, τη στιγμή που η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να πληρώνει έως και 40% ακριβότερο ρεύμα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Με τις τελικές αποφάσεις να βρίσκονται πλέον στο «γήπεδο» της κυβέρνησης, η βιομηχανία αναμένει με αγωνία τις επίσημες ανακοινώσεις, οι οποίες σύμφωνα με πληροφορίες εμφανίζονται για ακόμη μία φορά πολύ κοντά, ύστερα και από την πρόσφατη συνάντηση μεταξύ του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρου Παπασταύρου, και του προέδρου του ΣΕΒ, Σπύρου Θεοδωρόπουλου.
Ζητούμενο η συγκατάθεση της Κομισιόν
Ξεκινώντας πριν μήνες με την ελληνική εκδοχή του ιταλικού μοντέλου, το οποίο δεν έλαβε την έγκριση της Κομισιόν, φαίνεται, σύμφωνα με πληροφορίες, να εξετάζεται μια «βεντάλια» μέτρων και όχι μόνο μία λύση, από μία πιο συγκρατημένη πρόταση για το ιταλικό μοντέλο έως το CISAF και βελτιώσεις στην αντιστάθμιση, ενώ δεν αποκλείεται, μάλιστα, ένα πιθανό «πάντρεμα» μεταξύ τους.
Πηγές κοντά στο ΥΠΕΝ διαμηνύουν ότι όποια κατεύθυνση κι αν ακολουθηθεί θα έχει την πλήρη έγκριση της Κομισιόν, παράγοντας στον οποίο έχουν αποδοθεί πολλάκις από κυβερνητικής πλευράς οι πολύμηνες καθυστερήσεις. Πάντως, όποιες κι αν είναι ανακοινώσεις, αναμένεται να έχουν αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2025.
Τα παραπάνω επιβεβαίωσε άλλωστε και ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τάφος, πριν από περίπου μία εβδομάδα από το βήμα της Βουλής.
«Εξετάζουμε μια σειρά από μέτρα. Δεν θα είναι απαραίτητα μόνο ένα μέτρο, γιατί ακριβώς προσπαθούμε να βρούμε κάτι που να είναι συμβατό με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, να είναι μέσα στα δημοσιονομικά πλαίσια τα οποία έχουμε και να μπορεί να παρέχει τη μέγιστη στήριξη στη βιομηχανία, την οποία στηρίζουμε ήδη και θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα αδύναμα σημεία των υπό εξέταση μέτρων και το πιθανό «πάντρεμα»
Το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» προβλέπει τιμή ενέργειας στα 55 ευρώ/MWh για τρία χρόνια, με τη μορφή ενεργειακού δανείου με την προϋπόθεση ότι οι επιλέξιμες επιχειρήσεις θα επιστρέψουν την ωφέλεια μέσω επενδύσεων σε ΑΠΕ σε βάθος 20ετίας.
Ο ΣΕΒ εδώ και καιρό είχε προτείνει μία ιδιαίτερα φιλόδοξη εκδοχή του, η οποία προέβλεπε κάλυψη έως και 100% της κατανάλωσης για 11 μεγάλες βιομηχανίες υψηλής τάσης και 67 επιχειρήσεις μέσης τάσης, καθώς και κάλυψη 80% σε 300 βιομηχανίες μέσης τάσης, με το συνολικό κόστος να υπερβαίνει τα 280 εκατ. ευρώ.
Το συγκεκριμένο μοντέλο εξακολουθεί να έχει ισχυρούς υποστηρικτές στη βιομηχανία, παρά το γεγονός πως η ελληνική παραλλαγή του δεν έλαβε την τελική έγκριση από την Κομισιόν, καθώς θεωρήθηκε ότι είναι εκτός του νέου πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις (CISAF).
Και παρότι το μοντέλο αυτό δεν συνιστά κρατική ενίσχυση αλλά ένα είδος ενεργειακού δανείου, επιστρεφόμενου και μάλιστα με επιβάρυνση, η αρνητική στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει καταστήσει σαφές ότι η εφαρμογή του χωρίς έγκριση ενδέχεται να οδηγήσει είτε σε «πάγωμα» είτε σε μακροχρόνιες καθυστερήσεις.
Το μόνο σίγουρο είναι πως ύστερα από την αρνητική στάση της DG Comp, η χώρα μας θα αποφύγει να ανοίξει εκ νέου μέτωπο με τις Βρυξέλλες. Επομένως, όπως όλα δείχνουν, το ιταλικό μοντέλο θα μπορούσε να προχωρήσει μόνο με υποχωρήσεις και μεγαλύτερη σύγκλιση με το αρχικό μοντέλο.
Την ίδια στιγμή, στο τραπέζι των συζητήσεων έχει τεθεί εδώ και καιρό ένα εναλλακτικό πακέτο μέτρων με βάση ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για την καθαρή βιομηχανία (CISAF).
Το CISAF προβλέπει ανώτατη τιμή 50 ευρώ/MWh, η οποία στην πράξη περιορίζεται λόγω του συμψηφισμού με την αντιστάθμιση CO2, τον μηχανισμό δηλαδή μέσω του οποίου η ενεργοβόρος βιομηχανία αποζημιώνεται για το κόστος των CO2 με το οποίο επιβαρύνεται το ρεύμα που καταναλώνει.
Σύμφωνα με όσα έχουν αναφέρει πηγές κοντά στο ΥΠΕΝ, το βασικό «αγκάθι» στις συζητήσεις είναι το αυστηρό «ταβάνι» που θέτει η Κομισιόν στο συνολικό ύψος των ενισχύσεων που μπορεί να λάβει μια χώρα.
Η χώρα μας ήδη δαπανά ιδιαίτερα υψηλά ποσά για την αντιστάθμιση. Ενδεικτικά για το 2023 η χώρα μας κατέβαλε περίπου 287 εκατ. ευρώ, ευρισκόμενη ήδη κοντά στο ανώτατο επιτρεπτό όριο, κάτι που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη μετάβαση σε εργαλεία όπως το CISAF.
Μάλιστα, τους περιορισμούς αυτούς τους έχει επικαλεστεί αρκετές φορές και η κυβέρνηση για τις καθυστερήσεις, με τη βιομηχανία να επισημαίνει ότι η αντιστάθμιση αποτελεί πάγιο μηχανισμό που ισχύει εδώ χρόνια.
Θυμίζουμε ότι λίγο πριν από την εκπνοή του 2025 η Κομισιόν ενέκρινε την τροποποίηση των κατευθυντήριων γραμμών κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS) για την περίοδο 2026-2030, με τη χώρα μας να συγκαταλέγεται στα μόλις τρία κράτη-μέλη για τα οποία μειώνεται αισθητά ο συντελεστής εκπομπών CO₂, από 0,73 τόνους CO₂ ανά MWh σε 0,58 τόνους CO₂ ανά MWh, κυρίως λόγω της απολιγνιτοποίησης.
Αυτό πρακτικά σημαίνει απώλειες 17 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τις ελληνικές ενεργοβόρες επιχειρήσεις, με το ΥΠΕΝ να επιδιώκει να ανεβάσει όσο γίνεται τον συντελεστή.
Την ίδια στιγμή, χώρες που βρίσκονται σε άμεση σύζευξη με την ελληνική αγορά ενέργειας, όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, διατηρούν τον συντελεστή στο ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο 0,91 και 0,96 tCO2/MWh αντίστοιχα, γεγονός που δημιουργεί στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.
Τίτλος: Βιομηχανικό ρεύμα: 4 μήνες μετά τις εξαγγελίες, ακόμη αναμένονται τα μέτρα στήριξης
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η Κομισιόν δίνει τη δυνατότητα επανεξέτασης του συντελεστή μέσω market study, λαμβάνοντας υπόψη τη «μόλυνση» της τιμής από γειτονικές χώρες με πιο ρυπογόνο ενεργειακό μείγμα.
Το ΥΠΕΝ αναμένεται να αξιοποιήσει το «παράθυρο» αυτό για επανεξέταση των στοιχείων, με στόχο να περιοριστεί ή ακόμη και να ανατραπεί η ετήσια απώλεια των 17 εκατ. ευρώ.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι μία ενδεχόμενη σύγκλιση του ελληνικού συντελεστή με εκείνους των γειτονικών χωρών (Βουλγαρίας και Ρουμανίας) θα μπορούσε να αποφέρει επιπλέον 3-4 εκατ. ευρώ για κάθε μονάδα αύξησης.
Σε κάθε περίπτωση, η όποια λύση τελικά προκριθεί εκτιμάται πως θα είναι αισθητά χαμηλότερου κόστους από τα 280 εκατ. το χρόνο που ζητούσε ο ΣΕΒ, συνδυάζοντας ενδεχομένως μερικά στοιχεία του ιταλικού μοντέλου και του CISAF.
Πιέζει για λύσεις πανευρωπαϊκά η βιομηχανία
Ενόψει της άτυπης συνάντησης των ηγετών της ΕΕ στις 12 Φεβρουαρίου με επίκεντρο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, οι ευρωπαϊκοί εργοδοτικοί φορείς μέσω της BusinessEurope ζητούν άμεσες και ουσιαστικές πολιτικές παρεμβάσεις.
Μάλιστα, ο ΣΕΒ συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση της κοινής ευρωπαϊκής θέσης, μεταφέροντας τις προτεραιότητες και τις πιέσεις των ελληνικών επιχειρήσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Πρόεδρος του ΣΕΒ συνυπέγραψε την κοινή επιστολή των εργοδοτικών οργανώσεων προς τον Πρωθυπουργό, αναδεικνύοντας τις βασικές προτεραιότητες για την ελληνική βιομηχανία, η οποία πλήττεται δυσανάλογα από τις στρεβλώσεις της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, τον κανονιστικό κατακερματισμό και τις καθυστερήσεις σε κρίσιμες εμπορικές συμφωνίες.
Στο σκέλος της ενέργειας, προτείνονται:
- Ενίσχυση στοχευμένων μέτρων για τη μείωση των τιμών ενέργειας βραχυπρόθεσμα, διατηρώντας ταυτόχρονα ίσους όρους ανταγωνισμού στην Ενιαία Αγορά. Μείωση του συνολικού κόστους του συστήματος, όπως οι φόροι ενέργειας και τα τέλη δικτύου.
- Ενίσχυση του πλαισίου μέτρων κατά της διαρροής άνθρακα και επανεξέταση του χειρισμού των δωρεάν δικαιωμάτων, μέσω της ταχείας υιοθέτησης μιας αποτελεσματικής λύσης CBAM για τις εξαγωγές και της επανεξέτασης της προγραμματισμένης κατάργησης των δωρεάν δικαιωμάτων στην επικείμενη μεταρρύθμιση του ETS.