Στο επίκεντρο της ιστορικής αναδρομής για τη θανατική ποινή στην Ελλάδα βρέθηκε το καλοκαίρι του 1925, όταν η περιοχή της Μαλακάσας Αττικής συγκέντρωσε χιλιάδες πολίτες για να παρακολουθήσουν δημόσια εκτέλεση. Το γεγονός αυτό, όπως αναδεικνύει η αφήγηση, αποτυπώνει τη μαζική προσέλευση και το έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον που προκαλούσαν οι δημόσιες εφαρμογές της εσχάτης των ποινών στη χώρα.
Η εκτέλεση του Τηλέμαχου Μπασιάκου, καταδικασθέντα για ληστεία και φόνο, αποτέλεσε σημείο καμπής για τη στάση της κοινωνίας απέναντι σε τέτοια θεάματα. Η δημόσια τιμωρία είχε παραδειγματικό χαρακτήρα ήδη από την εποχή του Όθωνα, όπου η λαιμητόμος -εισαγόμενη από τη Γαλλία- χρησιμοποιήθηκε ως βασικό μέσο εκτέλεσης.
Η καρμανιόλα, ή αλλιώς γκιλοτίνα, είχε εγκατασταθεί στις φυλακές του Παλαμηδιού στο Ναύπλιο, με τους δήμιους να ζουν στο Μπούρτζι. Οι πρώτοι χειριστές της ήταν Γάλλοι, ωστόσο η κοινωνική απαξίωση οδήγησε στη στρατολόγηση βαρυποινιτών για το ρόλο του δημίου. Οι εκτελέσεις πραγματοποιούνταν συνήθως στη φυλακή, αλλά και σε άλλες περιοχές, με τη χρήση κινητής λαιμητόμου.
Μετά το 1913, η καρατόμηση αντικαταστάθηκε από τον τουφεκισμό, μια πρακτική που θεωρήθηκε πιο «πολιτισμένη», αν και η θανατική ποινή είχε προβλεφθεί ήδη από τα πρώτα νομοθετήματα του ελληνικού κράτους. Οι δημόσιες εκτελέσεις συνεχίστηκαν, με το κοινό να αντιδρά ποικιλοτρόπως, άλλοτε με ενθουσιασμό και άλλοτε με σιωπή.
Το 1931, με τον ν. 5060, τερματίστηκε ο δημόσιος χαρακτήρας των εκτελέσεων και η διαδικασία περιορίστηκε σε σωφρονιστικά καταστήματα, παρουσία μόνο αρμόδιων αρχών. Η οριστική κατάργηση της θανατικής ποινής επήλθε το 1993, ενώ το 2001 κατοχυρώθηκε συνταγματικά.
Στατιστικά και σύγχρονη πραγματικότητα
Η ιστορία της θανατικής ποινής στην Ελλάδα καταγράφει εμβληματικές υποθέσεις, όπως της Σταυρούλας Γκουβούση, πρώτης γυναίκας που εκτελέστηκε σε καιρό ειρήνης, και του Βασιλείου Λυμπέρη, τελευταίου εκτελεσθέντα στη χώρα. Παρά τη διεθνή καταδίκη του θεσμού και την καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας κατά της Θανατικής Ποινής, οι παγκόσμιοι αριθμοί παραμένουν υψηλοί.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, το 2025 καταγράφηκαν 2.707 εκτελέσεις σε 17 χώρες, σημειώνοντας αύξηση 78% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η Κίνα εκτιμάται ότι διατηρεί τα υψηλότερα ποσοστά, αν και δεν δημοσιοποιεί στοιχεία, ενώ ακολουθούν το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, η Υεμένη και οι ΗΠΑ.
Σε 48 χώρες καταγράφηκαν τουλάχιστον 2.334 νέες θανατικές καταδίκες, με πάνω από 25.500 άτομα να παραμένουν έγκλειστα σε πτέρυγες μελλοθανάτων διεθνώς, αναμένοντας την εκτέλεση της ποινής τους.