Ένας σχεδόν αθέατος κόσμος αναπτύσσεται κάτω από τη γη, εκεί όπου τα νερά του λεκανοπεδίου του Κάτω Νευροκοπίου διασχίζουν το βουνό πριν επιστρέψουν στην επιφάνεια. Το σπήλαιο του Αγγίτη στη Δράμα αποτελεί όχι μόνο ένα εντυπωσιακό γεωλογικό και αρχαιολογικό τοπίο, αλλά και ένα ξεχωριστό υπόγειο οικοσύστημα, στο οποίο επιβιώνουν οργανισμοί προσαρμοσμένοι σε μοναδικές συνθήκες.
Σύμφωνα με πρόσφατη επιστημονική έρευνα στο πλαίσιο του προγράμματος «Βιοποικιλότητα στους Αρχαιολογικούς Χώρους ΙΙ» (ΒΙΑΣ ΙΙ), τουλάχιστον 24 διαφορετικά είδη έχουν εντοπιστεί στο σπήλαιο, μεταξύ των οποίων τρία ενδημικά, δηλαδή οργανισμοί που έχουν καταγραφεί αποκλειστικά στη συγκεκριμένη περιοχή.
Το σπήλαιο του Αγγίτη εντάχθηκε τον Οκτώβριο του 2025 στο ΒΙΑΣ ΙΙ, ένα πρόγραμμα του υπουργείου Πολιτισμού σε συνεργασία με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, τον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Το σπήλαιο, γνωστό και ως σπήλαιο του Μααρά, συνδυάζει έναν σημαντικό αρχαιολογικό χώρο με ένα σπάνιο οικοσύστημα.
Ο βιολόγος και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Σάββας Παραγκαμιάν, μέλος της ερευνητικής ομάδας, επισημαίνει ότι ο Αγγίτης αποτελεί το σημαντικότερο υπόγειο ποτάμι της χώρας και είναι μοναδικό στο είδος του. Όπως αναφέρει, η αξία του είναι ταυτόχρονα αρχαιολογική, βιολογική και γεωλογική.
Υπόγειος υγρότοπος και μοναδικό οικοσύστημα
Ο διακεκριμένος Έλληνας βιοσπηλαιολόγος Καλούστ Παραγκαμιάν, διευθυντής ΙΝΣΠΕΕ, χαρακτηρίζει τον Αγγίτη ως έναν υπόγειο υγρότοπο που δημιουργεί ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα. Τα νερά του λεκανοπεδίου καταλήγουν στον υπόγειο ποταμό του σπηλαίου, ο οποίος διασχίζει το βουνό και εκβάλλει στην πεδιάδα, ενισχύοντας τον φυσικό πλούτο της περιοχής και προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στην τοπική κοινωνία.
Η έρευνα του ΒΙΑΣ ΙΙ είχε στόχο την καταγραφή και τεκμηρίωση της κατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος του σπηλαίου, τη φωτογράφιση της πανίδας, την εκτίμηση της κατάστασης των πληθυσμών των ενδημικών ειδών και την αναζήτηση ζώων που μέχρι σήμερα δεν είχαν καταγραφεί.
Η επιστημονική ομάδα απαρτιζόταν από τους Σάββα Παραγκαμιάν, Ολυμπία Μπατσιάμη, Αλεξάνδρα Σαμολαδά, Ιωάννα Μυλωνά, Παναγιώτη Καρακουλάκη, Καλούστ Παραγκαμιάν και Χρήστο Πέννο, με σημαντική συνδρομή του Σπηλαιολογικού Συλλόγου Πρωτέα Θεσσαλονίκης.
Η βιοποικιλότητα του Αγγίτη ξεχωρίζει όχι μόνο για τον αριθμό των ειδών, αλλά και για τους οργανισμούς που έχουν εξελιχθεί αποκλειστικά ή κυρίως στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνεται ένα ενδημικό κολεόπτερο, ένα είδος σκαθαριού που συνδέθηκε με το σπήλαιο, ενώ στον υπόγειο ποταμό συναντώνται και υδρόβιοι οργανισμοί.
«Η ζωή μέσα στο σπήλαιο έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες», αναφέρει ο κ. Παραγκαμιάν, περιγράφοντας μικρά υδρόβια ζώα όπως ένα ενδημικό αμφίποδο χωρίς μάτια και με λευκό χρώμα που κινείται μέσα σε μικρές γούρνες, καθώς και την Πετροκαραβίδα του ποταμού, η οποία αλλάζει χρώμα όταν βρίσκεται εντός του σπηλαίου.
Τα μικροσκοπικά αυτά ζώα αποτελούν σημαντικούς δείκτες για την κατάσταση του οικοσυστήματος και της περιοχής Natura 2000. Ιδιαίτερα τα υπόγεια νερά παίζουν καθοριστικό ρόλο, μεταφέροντας τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά για την επιβίωση των οργανισμών. Η επιστημονική έρευνα συνεχίζεται, με τον Σάββα Παραγκαμιάν να τονίζει την ανάγκη για περαιτέρω μελέτη και προστασία της υπόγειας πανίδας.
Σύνδεση φυσικής βιοποικιλότητας και πολιτιστικής κληρονομιάς
Η έρευνα στον Αγγίτη εντάσσεται σε ένα ευρύτερο εγχείρημα που αναδεικνύει τη σχέση φυσικής βιοποικιλότητας και πολιτιστικής κληρονομιάς. Το ΒΙΑΣ ΙΙ αποτελεί συνέχεια του πρώτου προγράμματος, με περισσότερα από 10.460 είδη χλωρίδας και πανίδας καταγεγραμμένα σε 20 εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους.
Στο νέο πρόγραμμα, προϋπολογισμού 1.090.120 ευρώ, εντάχθηκαν το σπήλαιο και οι πηγές του Αγγίτη, καθώς και το σπήλαιο του Ευριπίδη στη Σαλαμίνα, αναγνωρίζοντας τη σημασία των σπηλαίων. Τον συντονισμό έχει το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών υπό την εποπτεία του καθηγητή Παναγιώτη Παφίλη.
Ο σπηλαιολόγος και επίκουρος καθηγητής του τμήματος Γεωλογίας του ΑΠΘ Χρήστος Πέννος παρακολουθεί εδώ και χρόνια το σπήλαιο του Αγγίτη, καταγράφοντας τις μεταβολές στη στάθμη του νερού και άλλες παραμέτρους, μέσω ειδικού εξοπλισμού.
Στην πρόσφατη αποστολή συμμετείχε και ο βιολόγος και σπηλαιολόγος Καλούστ Παραγκαμιάν, ο οποίος είχε μελετήσει τις πηγές του Αγγίτη τη δεκαετία του 1990. Η νέα έρευνα στοχεύει στην επαναβεβαίωση και πληρέστερη τεκμηρίωση των ειδών του σπηλαίου, ώστε η επιστημονική γνώση να συμβάλει στην προστασία του.
Το σπήλαιο του Αγγίτη αποτελεί έναν ζωντανό υπόγειο κόσμο, όπου το νερό, η γεωλογία και η ζωή συνυπάρχουν αρμονικά σε ένα οικοσύστημα που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθέατο. Η προστασία του Αγγίτη δεν αφορά μόνο ένα σπήλαιο, αλλά έναν ολόκληρο κόσμο που έχει διαμορφωθεί κάτω από τη γη και αξίζει να διαφυλαχθεί.