Η Διεύθυνση Κτηνιατρικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας επισημαίνει την ανάγκη τήρησης αυξημένων μέτρων βιοασφάλειας σε εγκαταστάσεις, σφαγεία και κατά τη μεταφορά ζώντων ζώων, γάλακτος και ζωικών υποπροϊόντων.
Η ανακοίνωση έρχεται μετά την επιβεβαίωση εστίας Αφθώδους Πυρετού σε εκμετάλλευση βοοειδών και αιγοπροβάτων στον Δήμο Δυτικής Λέσβου, με στόχο την αποτροπή εξάπλωσης της επιζωοτίας στη χώρα.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, «ο αφθώδης πυρετός είναι εξαιρετικά μεταδοτικό ιογενές νόσημα που προσβάλλει τα δίχηλα ζώα (βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίροι, καθώς και ορισμένα άγρια είδη)».
Χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταδοτικότητα και ταχεία εξάπλωση, ενώ μπορεί να μεταδοθεί μέσω άμεσης ή έμμεσης επαφής με μολυσμένα αντικείμενα, οχήματα, υποδήματα, εξοπλισμό ή ακόμη και αερογενώς. Η μετάδοση αυτή αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο μόλυνσης γειτονικών εκμεταλλεύσεων και της διασποράς της νόσου.
Παρότι δεν αποτελεί απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο, ο αφθώδης πυρετός θεωρείται ένα από τα πιο επικίνδυνα νοσήματα παραγωγικών ζώων παγκοσμίως, εξαιτίας των τεράστιων οικονομικών απωλειών που προκαλεί.
Τα τυπικά κλινικά σημεία στα ζώα περιλαμβάνουν φυσαλίδες και διαβρώσεις στη στοματική κοιλότητα, στη στεφάνη της οπλής, στη μεσοδακτύλια χώρα και στον μαστό, καθώς και σοβαρή χωλότητα. Σε νεαρά ζώα όλων των ειδών μπορεί να παρουσιαστεί οξεία μυοκαρδίτιδα, η οποία οδηγεί σε αιφνίδιο θάνατο.
Δεδομένου ότι τα μολυσμένα ζώα ενδέχεται να παραμείνουν φορείς και να αποτελέσουν δυνητική εστία περαιτέρω διασποράς του ιού, η Διεύθυνση Κτηνιατρικής τονίζει πως είναι επιτακτική η τήρηση αυξημένων μέτρων βιοασφάλειας.
Παράλληλα, ζητείται ενδελεχής κλινικός έλεγχος από όλους τους εμπλεκόμενους —κτηνοτρόφους, κτηνιάτρους και εμπόρους, καθώς και συστηματική επιτήρηση και έλεγχος των μετακινήσεων αιγοπροβάτων εντός της ελληνικής επικράτειας για την ανίχνευση παράνομων μετακινήσεων.