Η δικαστής του Ανώτατου Διαστηρίου των ΗΠΑ, Έλενα Κέιγκαν, επέκρινε τη συντηρητική πλειοψηφία του δικαστηρίου, επισημαίνοντας πως η στάση τους ως προς την οριοθέτηση των εκλογικών περιφερειών υπονομεύει τη δημοκρατία. Σε ομιλία της στη νομική σχολή του Καθολικού Πανεπιστημίου, τόνισε ότι η έλλειψη παρέμβασης στις κομματικές μεροληπτικές οριοθετήσεις ενισχύει την πολιτική πόλωση.
Η Κέιγκαν, μία από τους τρεις φιλελεύθερους δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου, ανέφερε πως οι πολιτείες ανασχεδιάζουν τα όρια των εκλογικών περιφερειών βάσει κομματικών συμφερόντων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου οι υποψήφιοι ωθούνται προς ακραίες θέσεις. Αυτό, σύμφωνα με την ίδια, στερεί από τους πολίτες τα δικαιώματά τους στην ισότητα ψήφου και ενισχύει περαιτέρω τη διχαστική πόλωση.
Όπως σημείωσε, «και τα δύο πολιτικά κόμματα έχουν εμπλακεί σε μια κούρσα προς τον πάτο όσον αφορά αυτές τις κομματικές μεροληπτικές οριοθετήσεις», με αποτέλεσμα να πλήττεται η δημοκρατική διαδικασία. Η Κέιγκαν προειδοποίησε για τις επιπτώσεις αυτών των πρακτικών, επισημαίνοντας ότι μεγάλες πολιτείες επιχειρούν να εδραιώσουν απόλυτη κυριαρχία ενός κόμματος σε βάρος της αντιπροσώπευσης.
Τον Απρίλιο, το Ανώτατο Δικαστήριο με πλειοψηφία 6 προς 3 αποδυνάμωσε έναν βασικό πυλώνα του Νόμου περί Εκλογικών Δικαιωμάτων του 1965, προκαλώντας νέο κύμα επανακαθορισμού των εκλογικών περιφερειών στον αμερικανικό Νότο. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την Κέιγκαν, διευκόλυνε τις πολιτείες να περιορίσουν τη δύναμη των μαύρων ψηφοφόρων και να ενισχύσουν τα κομματικά συμφέροντα, με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώκει τη διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου.
Η Κέιγκαν υπογράμμισε ότι τόσο η απόφαση του Απριλίου όσο και η απόφαση του Ιουνίου, που κατάργησε το ανώτατο όριο δαπανών στις προεκλογικές εκστρατείες, δεν έλαβαν υπόψη τις συνέπειες για το πολιτικό σύστημα. Όπως δήλωσε, το δικαστήριο «έχει εθελοτυφλήσει απέναντι στις εξαιρετικά επιζήμιες επιπτώσεις των αποφάσεών του» και έχει συμβάλει στη δημιουργία μιας δημοκρατίας που δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε.
Επιπλέον, η Κέιγκαν εκτιμά ότι η χαλάρωση των ρυθμίσεων στη χρηματοδότηση των εκλογικών εκστρατειών δημιουργεί ευκαιρίες διαφθοράς. Τόνισε ότι «το μόνο πεδίο όπου το δικαστήριο έχει επιτρέψει τη ρύθμιση της χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών είναι για την πρόληψη της διαφθοράς τύπου quid pro quo», εκφράζοντας ανησυχία για την απουσία ουσιαστικής εποπτείας.
Καταλήγοντας, η Κέιγκαν σημείωσε πως η αίσθηση του αμερικανικού λαού ότι το πολιτικό σύστημα επηρεάζεται υπερβολικά από οικονομικά συμφέροντα είναι δικαιολογημένη, χαρακτηρίζοντας την παρούσα κατάσταση ως «εφιάλτη» για τη δημοκρατία.