Αμερικανικός στρατός και Ιράν βρέθηκαν ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας, καθώς ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε πυραύλους που εκτοξεύτηκαν από το Ιράν. Πρόκειται για την πρώτη αναζωπύρωση εχθροπραξιών μεταξύ των δύο κρατών έπειτα από μερικά 24ωρα ηρεμίας.
Σύμφωνα με ανακοινωθέν του μεικτού διοικητηρίου των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων που είναι αρμόδιο για τη Μέση Ανατολή (CENTCOM, «κεντρική διοίκηση»), οι Φρουροί της Επανάστασης, ο ιδεολογικός στρατός της Τεχεράνης, εκτόξευσαν βαλλιστικούς πυραύλους στο πλαίσιο «απόπειρας αιφνιδιαστικής επίθεσης εναντίον αμερικανικών δυνάμεων σε βάσεις στη Μέση Ανατολή», ωστόσο «όλοι οι ιρανικοί πύραυλοι αναχαιτίστηκαν επιτυχώς».
Έπειτα από δύο εβδομάδες αμερικανικών βομβαρδισμών και ιρανικών αντιποίνων χωρίς προηγούμενο από την ανακωχή του Απριλίου, η Ουάσιγκτον ανέστειλε τις επιδρομές της στην ιρανική επικράτεια, τονίζοντας πως θέλει να ξαναδώσει ευκαιρία στη διπλωματία με την Τεχεράνη.
Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο στρατός του οποίου ανέστειλε τους βομβαρδισμούς το σαββατοκύριακο, εκτίμησε ότι οι συνομιλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη με το Ιράν έχουν «καλές πιθανότητες» επιτυχίας.
Ο ρεπουμπλικάνος υποδέχθηκε στον Λευκό Οίκο τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου, σε μια συνάντηση που χαρακτηρίστηκε «θετική» και ανασυγκρότησε το ενιαίο μέτωπο ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Αν και το Ισραήλ είχε συμμετάσχει αρχικά μαζί με τις ΗΠΑ στην επίθεση κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας στις 28 Φεβρουαρίου, δεν ενεπλάκη στο νέο κύμα εχθροπραξιών από τις αρχές Ιουλίου.
Η σύρραξη έχει επεκταθεί και σε περιοχές όπου επικρατούσε σχετική ηρεμία από το 2022, όπως το μέτωπο ανάμεσα στο κίνημα ανταρτών Χούθι της Υεμένης, που πρόσκειται στο Ιράν, και τη Σαουδική Αραβία, βασικό υποστηρικτή της υεμενίτικης κυβέρνησης.