Η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε την επιβολή νέων τελωνειακών δασμών ύψους 25% σε σειρά βραζιλιάνικων προϊόντων, έπειτα από έρευνα που διενεργήθηκε από τον αντιπρόσωπο για το εμπόριο (USTR) του Λευκού Οίκου, βάσει νόμου του 1974.
Η προεδρία της Βραζιλίας αντέδρασε άμεσα, χαρακτηρίζοντας τους δασμούς «παράνομους» και προειδοποιώντας για μέτρα «αμοιβαιότητας», σύμφωνα με νόμο που είχε εγκριθεί από το κοινοβούλιο της χώρας το προηγούμενο έτος.
Οι νέοι δασμοί θα τεθούν σε ισχύ στις 22 Ιουλίου, προκειμένου να υπάρξει χρόνος «για να εφαρμοστούν από το σύστημα των τελωνείων», όπως ανέφερε αμερικανός αξιωματούχος.
Η Ουάσιγκτον είχε ξεκινήσει το 2025 έρευνα για εμπορικές πρακτικές που θεωρεί αθέμιτες εκ μέρους της Μπραζίλια. Η Βραζιλία, η μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής, αποτελεί τον πρώτο στόχο των νέων επιπρόσθετων δασμών των ΗΠΑ.
Από τους δασμούς εξαιρούνται προϊόντα που δεν παράγονται στις ΗΠΑ, ώστε να περιοριστεί ο «αρνητικός αντίκτυπος στις αλυσίδες εφοδιασμού ή στην οικονομία». Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται «φρούτα όπως τα πορτοκάλια, ορισμένα ενεργειακά προϊόντα και ανταλλακτικά για αεροσκάφη», σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο.
Η έρευνα του 2025 κάλυπτε θέματα όπως η καταπολέμηση της διαφθοράς, η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και οι συνέπειες της παράνομης αποψίλωσης των δασών.
Οι νέοι δασμοί λαμβάνουν υπόψη και αποφάσεις της βραζιλιάνικης δικαιοσύνης σχετικά με την ψηφιακή οικονομία, τις οποίες η Ουάσιγκτον θεωρεί «αθέμιτους εμπορικούς φραγμούς». Οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης και, κατά την αμερικανική πλευρά, επέβαλαν «λογοκρισία συγκεκριμένου πολιτικού λόγου» ή «υποχρεώσεις σε περίπτωση μη τήρησης αποφάσεων».
Στα τέλη Φεβρουαρίου, το αμερικανικό ανώτατο δικαστήριο ακύρωσε μέρος των δασμών που είχε ανακοινώσει ο αμερικανός πρόεδρος, κρίνοντας ότι βασίστηκαν σε αντισυνταγματική ερμηνεία του νόμου. Η απόφαση όμως δεν αφορούσε δασμούς σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο χάλυβας, το αλουμίνιο και ο χαλκός.
Πολιτικές διαστάσεις πριν τις εκλογές
Η Ουάσιγκτον κατηγορεί τη Βραζιλία ότι εφαρμόζει επιλεκτικά δασμούς, ευνοώντας προϊόντα από το Μεξικό και την Ινδία εις βάρος των αμερικανικών, κάτι που, σύμφωνα με τις ΗΠΑ, παραβιάζει «διεθνείς υποχρεώσεις» της χώρας.
Οι δασμοί αποτέλεσαν ήδη πολιτικό ζήτημα στη Βραζιλία, καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του Οκτωβρίου. Ο πρόεδρος Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα κατηγόρησε τον αντίπαλό του Φλάβιο Μπολσονάρου ότι ζήτησε από τις ΗΠΑ να «αναβάλουν» την εφαρμογή των νέων δασμών για μετά τις εκλογές.
Ο Μπολσονάρου, πολιτικός της δεξιάς, είχε μεταβεί στις αρχές Ιουλίου στην Ουάσιγκτον για δημόσια ακρόαση του USTR, επιχειρηματολογώντας ότι οι νέοι δασμοί θα ωφελούσαν τον απερχόμενο πρόεδρο της κεντροαριστεράς.
Η στρατηγική Τραμπ και οι επιπτώσεις
Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει καταστήσει τους τελωνειακούς δασμούς βασικό εργαλείο της οικονομικής του πολιτικής, επιβάλλοντας δασμούς σχεδόν σε όλες τις εισαγωγές μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025.
Η Βραζιλία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της πολιτικής, με ορισμένα προϊόντα της να επιβαρύνονται με δασμούς έως και 50%, μετά την καταδίκη του πρώην προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου για απόπειρα πραξικοπήματος.
Ωστόσο, λόγω του πληθωριστικού αντίκτυπου των μέτρων, η Ουάσιγκτον ακύρωσε δασμούς σε αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, όπως το βοδινό κρέας, ο καφές και οι τομάτες.
Σύμφωνα με δεδομένα του USTR, οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς τη Βραζιλία ανήλθαν το 2025 σε πάνω από 54 δισ. δολάρια, ενώ οι εισαγωγές έφτασαν τα 40 δισ. δολάρια.