Ξένοι δημοσιογράφοι στην Κίνα αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερα εμπόδια και πιέσεις στο έργο τους, σύμφωνα με τη νέα ετήσια έκθεση της Λέσχης Ξένων Ανταποκριτών στην Κίνα (FCCC), που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.
Η έκθεση αναδεικνύει ένα περιβάλλον αυξανόμενης επιτήρησης και εκφοβισμού, με δημοσιογράφους να αναφέρουν παρακολουθήσεις, ανακρίσεις και ασαφείς «κόκκινες γραμμές» που περιορίζουν την ελευθερία του Τύπου. Το 94% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι οι συνθήκες εργασίας δεν πληρούν τις διεθνείς προδιαγραφές.
Σχεδόν τα δύο τρίτα των ανταποκριτών ανέφεραν ότι εμποδίστηκαν από την αστυνομία ή άλλες αρχές κατά τη διάρκεια ρεπορτάζ, ενώ το 8% έκανε λόγο για κακομεταχείριση ή ακόμα και σωματική βία. Δημοσιογράφοι περιέγραψαν περιστατικά όπου υποχρεώθηκαν να διαγράψουν υλικό ή να σταματήσουν έρευνες.
Η FCCC τονίζει ότι η πρόσβαση σε πηγές παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Το 77% των συμμετεχόντων δήλωσε πως πηγές αρνήθηκαν ή ακύρωσαν συνεντεύξεις λόγω απαγόρευσης επικοινωνίας με ξένα μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον, σχεδόν το ένα τρίτο ανέφερε ότι πηγές ανακρίθηκαν ή εκφοβίστηκαν μετά από συνεντεύξεις.
Αυξημένη πίεση για ρεπορτάζ σχετικά με την Ταϊβάν
Η έκθεση επισημαίνει ότι η πίεση έχει ενταθεί από τις αρχές του 2026, ειδικά για θέματα που αφορούν την Ταϊβάν. Ένας δημοσιογράφος, που μιλά ανώνυμα, περιγράφει πως κλήθηκε δύο φορές στο κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών μετά τη δημοσίευση ρεπορτάζ και συνεντεύξεων για το ζήτημα.
Η Κίνα θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς της και χαρακτηρίζει τον πρόεδρο της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, αυτονομιστή. Η έκθεση αναφέρει επίσης την περίπτωση της Βίβιαν Γουάνγκ, ανταποκρίτριας των New York Times, η οποία απελάθηκε τον Φεβρουάριο. Σύμφωνα με την εφημερίδα, οι κινεζικές αρχές επικαλέστηκαν ως αιτία την εμφάνιση μέσω βίντεο του Λάι σε εκδήλωση που είχε οργανώσει το μέσο.