Η κυβέρνηση της ανατολικής Λιβύης ανακοίνωσε την απαγόρευση εισόδου στους υπηκόους τεσσάρων αφρικανικών χωρών, σε μια απόφαση που, σύμφωνα με πηγή του πρακτορείου Ρόιτερς, αποδίδεται σε «αναδιοργάνωση» του συστήματος διαχείρισης της εισόδου αλλοδαπών στη χώρα.
Σύμφωνα με εκτελεστικό διάταγμα της παράλληλης κυβέρνησης με έδρα τη Βεγγάζη, «οι πολίτες του Σουδάν, της Ερυθραίας, της Αιθιοπίας και της Σομαλίας απαγορεύεται να εισέρχονται στη λιβυκή επικράτεια» από οποιοδήποτε σημείο εισόδου — χερσαίο, θαλάσσιο ή αεροπορικό.
Η κυβέρνηση αυτή, υπό τον Οσάμα Χαμάντ, πρόσκειται στον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και τους γιους του, οι οποίοι ελέγχουν μεγάλο μέρος της ανατολικής και νότιας Λιβύης. Παράλληλα, η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Αμπντουλχαμίντ Ντμπάιμπα, που ανέλαβε την εξουσία με διαδικασία υποστηριζόμενη από τον ΟΗΕ το 2021, έχει έδρα την Τρίπολη.
Από το μέτρο εξαιρούνται μέλη διαπιστευμένων διπλωματικών και προξενικών αποστολών, καθώς και οι συγγενείς τους. Εξαιρούνται επίσης εργαζόμενοι στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και συναφείς επαγγελματικές κατηγορίες, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν τις απαραίτητες άδειες και επικυρωμένες συμβάσεις εργασίας.
Μεταναστευτικές ροές και πολιτική αστάθεια
Από την ανατροπή του καθεστώτος του συνταγματάρχη Μουάμαρ Καντάφι το 2011, μετά την εξέγερση που υποστηρίχθηκε από κράτη μέλη του NATO, η Λιβύη βυθίστηκε σε χρόνια αστάθεια. Διακινητές και λαθρέμποροι εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση δημιουργώντας εκτεταμένα κυκλώματα εμπορίας ανθρώπων, με θύματα κυρίως παράτυπους μετανάστες και πρόσφυγες από χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας που επιδιώκουν να φτάσουν στην Ευρώπη διά θαλάσσης.
Η χώρα παραμένει διχασμένη από το 2014, με δύο αντίπαλες κυβερνήσεις και ένοπλες ομάδες να διεκδικούν την εξουσία. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ), στα μέσα του 2024 στη Λιβύη διαμένουν περίπου 900.000 μετανάστες και πρόσφυγες, πολλοί από τους οποίους ζουν υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.