Εξαφανίσεις μεταναστών στο Μεξικό προκαλούν νέα αγωνία, καθώς οικογένειες από διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής απηύθυναν έκκληση στις μεξικανικές αρχές να συμβάλουν στον εντοπισμό των αγαπημένων τους προσώπων.
Τα τελευταία χρόνια, ο ρυθμός των εξαφανίσεων στη χώρα έχει επιταχυνθεί δραματικά. Υπολογίζεται ότι από το 2006 οι αγνοούμενοι ξεπερνούν τους 130.000, μέσα σε ένα περιβάλλον βίας που συνδέεται με τις συγκρούσεις για τον έλεγχο της διακίνησης ναρκωτικών, ανθρώπων και εδαφών.
Οι μετανάστες που προσπαθούν να φτάσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν συχνά στόχο εγκληματικών οργανώσεων, χωρίς να έχουν καμία προστασία.
Αντιπροσωπεία από υπηκόους Ονδούρας, Κούβας, Κολομβίας και Ισημερινού ταξίδεψε πρόσφατα στην Τσιάπας, στα σύνορα Μεξικού–Γουατεμάλας, αναζητώντας συγγενείς που αγνοούνται. Μεταξύ αυτών και 40 άτομα που χάθηκαν χωρίς ίχνος μετά την επιβίβασή τους σε πλεούμενο τον Δεκέμβριο του 2024.
Η ομάδα συμμετείχε σε διαδήλωση στην Πόλη του Μεξικού και στη συνέχεια παραχώρησε συνέντευξη Τύπου, απευθύνοντας «επείγουσα έκκληση» προς τις αρχές να αναλάβουν δράση.
«Για μένα, είναι δύσκολο να γυρίσω στη χώρα μου με αδειανά τα χέρια», δήλωσε ο Όσκαρ Ερνάντες, πολίτης της Ονδούρας, ο οποίος αναζητά τον αδελφό του που εξαφανίστηκε το 2024. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο τοπικός πληθυσμός «φοβάται αντίποινα» και αποφεύγει να δώσει πληροφορίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στις έρευνες.
Ο κ. Ερνάντες κατήγγειλε ότι οι εισαγγελικές αρχές παραμένουν αδρανείς, «κωφεύουν, αρνούνται να δράσουν, να κάνουν έρευνες», γεγονός που εντείνει την απόγνωση των οικογενειών.
Η Αλίσια Σάντος Τόρες, από την Κούβα, δεν έχει κανένα νέο από τον γιο της, Χόρχε Αλεχάντρο Λοσάδα Σάντος, που εξαφανίστηκε επίσης στην Τσιάπας το 2024. Όπως τόνισε, «τα νότια σύνορα» του Μεξικού έχουν μετατραπεί «σε διάδρομο θανάτου για πολλούς μετανάστες που αγνοούμε σήμερα τι απέγιναν, πού βρίσκονται».
Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εκτιμά ότι ο αριθμός των 130.000 αγνοουμένων τα τελευταία 20 χρόνια είναι πιθανότατα υποτιμημένος. «Πολύ αμφιβάλλω» πως η εκτίμηση αυτή αντανακλά την πραγματική διάσταση του προβλήματος, σημείωσε η Σάντος Τόρες.