ΟΠΕΚ και οι σύμμαχοί του αναμένεται να χάσουν μέρος της επιρροής τους στην αγορά πετρελαίου μετά την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) την 1η Μαΐου, σύμφωνα με δηλώσεις απεσταλμένων του ΟΠΕΚ+ και αναλυτών. Παρά την αποδυνάμωση, η συμμαχία εκτιμάται ότι θα παραμείνει ενωμένη και θα συνεχίσει να συντονίζει την πολιτική προσφοράς πετρελαίου.
Τα ΗΑΕ, τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών, ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους ύστερα από σχεδόν 60 χρόνια συμμετοχής. Η απόφαση αυτή απαλλάσσει το Αμπού Ντάμπι από τους περιορισμούς παραγωγής που επιβάλλει ο ΟΠΕΚ για την εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης.
Η είδηση της εξόδου προκάλεσε αιφνιδιασμό στους κόλπους του οργανισμού, με πηγές του ΟΠΕΚ+ να τονίζουν ότι η εξέλιξη αυτή θα δυσκολέψει τις προσπάθειες ελέγχου της παγκόσμιας αγοράς. Η αποχώρηση των ΗΑΕ μειώνει το ποσοστό της παραγωγής που ελέγχει ο ΟΠΕΚ, περιορίζοντας τη δυνατότητα παρέμβασης στις τιμές.
Με παραγωγή περίπου 3,4 εκατ. βαρελιών ημερησίως –περίπου το 3% της παγκόσμιας παραγωγής– τα ΗΑΕ αποτελούν τον μεγαλύτερο παραγωγό που αποχωρεί από τον οργανισμό. Η εξέλιξη συνιστά πλήγμα για τον ΟΠΕΚ και τη Σαουδική Αραβία, τον ντε φάκτο ηγέτη του μπλοκ.
Εκτός ΟΠΕΚ, τα ΗΑΕ θα λειτουργούν ως ανεξάρτητος παραγωγός, όπως οι ΗΠΑ και η Βραζιλία. Ωστόσο, ο αποκλεισμός στο Στενό του Ορμούζ περιορίζει προς το παρόν τις δυνατότητες αύξησης της παραγωγής ή των εξαγωγών. Όταν αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα, η χώρα μπορεί να φτάσει τη δυναμικότητα των 5 εκατ. βαρελιών ημερησίως.
Εντάσεις με τη Σαουδική Αραβία και επενδυτικά σχέδια
Η απόφαση των ΗΑΕ έρχεται μετά από χρόνια εντάσεων με τη Σαουδική Αραβία για τα όρια παραγωγής. Τα Εμιράτα ζητούσαν υψηλότερο πλαφόν, επικαλούμενα επενδυτικό πρόγραμμα 150 δισ. δολαρίων για την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας.
Η Χελίλμα Κροφτ της RBC Capital Markets σημείωσε ότι το Αμπού Ντάμπι επιδίωκε να αξιοποιήσει τις επενδύσεις αυτές, αλλά ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος στο Ιράν καθυστέρησε τα σχέδια λόγω ζημιών στις εγκαταστάσεις από drones και πυραύλους.
Ο πόλεμος έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη διατάραξη στην παγκόσμια ενεργειακή τροφοδοσία, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, ενώ ανέδειξε τις διαφωνίες μεταξύ χωρών του Κόλπου, όπως των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας.
Η θέση των υπόλοιπων μελών
Τα ΗΑΕ είναι ο τέταρτος παραγωγός που εγκαταλείπει τον ΟΠΕΚ+ τα τελευταία χρόνια, μετά την Ανγκόλα, τον Ισημερινό και το Κατάρ. Αντίθετα, το Ιράκ, τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός του οργανισμού, δεν σκοπεύει να αποχωρήσει, καθώς επιδιώκει σταθερές και αποδεκτές τιμές πετρελαίου.
Ο Γκάρι Ρος, διευθύνων σύμβουλος της Black Gold Investors, εκτίμησε ότι ο ΟΠΕΚ+ δεν θα καταρρεύσει, καθώς η Σαουδική Αραβία συνεχίζει να επιθυμεί τον έλεγχο της αγοράς μέσω του οργανισμού. Όπως είπε, «η Σαουδική Αραβία ήταν ουσιαστικά ο ΟΠΕΚ –η μοναδική χώρα με πλεονάζουσα δυναμικότητα».
Η συμμετοχή στον ΟΠΕΚ+ προσφέρει στις χώρες διπλωματικό βάρος, κάτι που εξηγεί την παραμονή του Ιράν παρά τις εντάσεις με γειτονικά κράτη.
Ο ρόλος των ΗΠΑ και η παγκόσμια ισορροπία
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει κατηγορήσει τον ΟΠΕΚ ότι «κατακλέβει τον υπόλοιπο κόσμο» μέσω υψηλών τιμών πετρελαίου, ενώ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης της στρατιωτικής στήριξης στον Κόλπο. Παράλληλα, ήταν εκείνος που συνέβαλε στη μείωση της παραγωγής το 2020, εν μέσω πανδημίας COVID, για να στηριχθούν οι τιμές.
Σύμφωνα με τον Χόρχε Λεόν της Rystad Energy, η αποχώρηση των ΗΑΕ σηματοδοτεί «σημαντική αλλαγή» για τον ΟΠΕΚ, ο οποίος μακροπρόθεσμα θα είναι «δομικά ασθενέστερος».
Οι χώρες του ΟΠΕΚ+ αναμένεται να επικεντρωθούν στην αποκατάσταση των εγκαταστάσεων που επλήγησαν από τον πόλεμο, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τις περικοπές παραγωγής. Έτσι, δεν προβλέπεται άμεση διάλυση της συμμαχίας.
Μειούμενη επιρροή στην αγορά
Η επιρροή του ΟΠΕΚ υποχωρεί εδώ και δεκαετίες. Από τον έλεγχο άνω του 50% της παγκόσμιας παραγωγής το 1960, το μερίδιο μειώθηκε σε περίπου 30% το 2024. Οι ΗΠΑ, που πλέον παράγουν το 20% της παγκόσμιας ποσότητας, έχουν εξελιχθεί σε ισχυρό ανταγωνιστή χάρη στο σχιστολιθικό πετρέλαιο.
Η δημιουργία του ΟΠΕΚ+ το 2016, με τη συμμετοχή της Ρωσίας, έδωσε στο μπλοκ τον έλεγχο περίπου του 50% της παγκόσμιας παραγωγής. Με την αποχώρηση των ΗΑΕ, το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 45%, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.