Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ανάπτυξη των ζώων φαίνεται πως δεν περιορίζονται στη γενιά που τις βιώνει, αλλά συνεχίζονται και σε επόμενες, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Molecular Biology and Evolution».
Η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη λόγω της ανθρωπογενούς δραστηριότητας συνιστά μια κρίσιμη εξελικτική πρόκληση για πολλούς οργανισμούς. Οι υψηλότερες μέσες θερμοκρασίες και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι καύσωνες, δημιουργούν συνθήκες έντονου στρες που μπορούν να λειτουργήσουν ως ισχυροί μηχανισμοί φυσικής επιλογής.
Στη μελέτη, ερευνητές πραγματοποίησαν πειράματα σε θηλυκές φρουτόμυγες προερχόμενες από την Ισπανία και τη Φινλανδία, ώστε να συγκρίνουν τις αποκρίσεις τους σε ξηρά και ψυχρά περιβάλλοντα. Εξέτασαν την έκφραση γονιδίων και τις ρυθμιστικές αποκρίσεις σε συνθήκες θερμικού σοκ, καθώς και τις συνέπειες στην επιβίωση και τον ρυθμό ανάπτυξης των απογόνων τους. Παράλληλα, παρακολούθησαν τα ίδια χαρακτηριστικά σε επόμενες γενιές για να διερευνήσουν τη διαγενεακή μεταβίβαση των επιδράσεων.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν έντονες γονιδιακές αποκρίσεις στο θερμικό στρες και στους δύο πληθυσμούς, αν και η ικανότητα ρύθμισης αποδείχθηκε μειωμένη στις φρουτόμυγες του ψυχρού περιβάλλοντος. Το θερμικό σοκ επηρέασε αρνητικά την επιβίωση και την ανάπτυξη της πρώτης γενιάς απογόνων, ωστόσο στον πληθυσμό από το ξηρό κλίμα οι μεταγενέστερες γενιές εμφάνισαν ταχύτερη ανάπτυξη, γεγονός που υποδηλώνει πιθανή προσαρμοστική αντίδραση.
Εντυπωσιακό είναι ότι ορισμένες επιδράσεις του θερμικού στρες στην έκφραση των γονιδίων διατηρήθηκαν έως και τρεις γενιές μετά, κυρίως στον πληθυσμό του ξηρού περιβάλλοντος. Η παρατήρηση αυτή, σε συνδυασμό με τον εντοπισμό γενετικών παραλλαγών που σχετίζονται με τις αλλαγές αυτές, προσφέρει πολύτιμες ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο το περιβαλλοντικό στρες μπορεί να επηρεάζει την εξελικτική πορεία των ειδών.