Οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν έχουν φέρει τη Βρετανία σε μια δύσκολη διπλωματική θέση, καθώς η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις από την άμεση στρατιωτική εμπλοκή, την ώρα που η ένταση στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται. Όπως αναφέρει η Deutsche Welle, από την πρώτη στιγμή το Λονδίνο ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμεί περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης και επέλεξε να μην συμμετάσχει στις αρχικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν.
Ωστόσο, περίπου δέκα ημέρες μετά την έναρξη των επιθέσεων, η σύγκρουση φαίνεται να διευρύνεται. Το Ισραήλ έχει επεκτείνει τις επιχειρήσεις του και στον Λίβανο εναντίον της Χεζμπολάχ, ενώ το Ιράν φέρεται να στοχεύει αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή, ακόμη και σε χώρες όπως η Τουρκία. Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν πληγεί και βρετανικές στρατιωτικές βάσεις, μεταξύ άλλων στην Κύπρο.
Η στάση της βρετανικής κυβέρνησης χαρακτηρίζεται από προσεκτικές κινήσεις. Πολεμικά πλοία του βρετανικού ναυτικού βρίσκονται σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, χωρίς όμως να έχει υπάρξει μέχρι στιγμής ενεργός συμμετοχή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το Λονδίνο εξετάζει τα επόμενα βήματα, με πιθανές κινήσεις να αναμένονται το προσεχές διάστημα.
Ο ίδιος ο Στάρμερ υπερασπίστηκε τη στάση της κυβέρνησής του απέναντι στις πιέσεις που δέχεται, επισημαίνοντας ότι βασικό του καθήκον είναι να αξιολογεί τι εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα της Βρετανίας. Παρά την απόφαση να μην εμπλακεί άμεσα στις επιθέσεις, η βρετανική κυβέρνηση επέτρεψε στις αμερικανικές δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη χώρα, όπως τη βάση του Φέρφορντ στο Γκλόστερσιρ και τη βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό, για περιορισμένες επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται ως αμυντικού χαρακτήρα. Παράλληλα, το Λονδίνο έχει αποφασίσει να ενισχύσει τη στρατιωτική του παρουσία στην περιοχή με την αποστολή δύο αεροπλανοφόρων.
Παρά τις κινήσεις αυτές, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στον Βρετανό πρωθυπουργό, υποστηρίζοντας ότι η Βρετανία δεν στάθηκε στο πλευρό των συμμάχων της. Από την πλευρά του, το πρωθυπουργικό γραφείο στο Λονδίνο δεν έχει απαντήσει ευθέως στις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, ενώ σε άρθρο του στη Sunday Mirror ο Στάρμερ τόνισε ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή απαιτεί σοβαρότητα και όχι πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Πίεση προς την κυβέρνηση ασκείται και στο εσωτερικό της χώρας. Ο πρώην πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ υποστήριξε δημόσια ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να είχε ταχθεί από την αρχή στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Η υπουργός Εσωτερικών Ιβετ Κούπερ απάντησε ότι η Βρετανία οφείλει να διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος, κάνοντας έμμεση αναφορά στον πόλεμο στο Ιράκ, και να λαμβάνει αποφάσεις με γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Την ίδια στιγμή, ο Στάρμερ είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με τους δύο ηγέτες να καταδικάζουν την επίθεση του Ιράν με βαλλιστικούς πυραύλους προς την Τουρκία. Στη συνομιλία τους συμφώνησαν επίσης στην ενίσχυση της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, καθώς η περιφερειακή αστάθεια αυξάνεται.
Παράλληλα, η διαχείριση της κρίσης από τη βρετανική κυβέρνηση προκαλεί αντιδράσεις και στην κοινή γνώμη. Δημοσκόπηση της εταιρείας YouGov δείχνει ότι σχεδόν οι μισοί Βρετανοί πολίτες θεωρούν πως η κυβέρνηση δεν έχει χειριστεί σωστά την αντίδραση της χώρας στις επιθέσεις κατά του Ιράν, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού δηλώνει συνολικά αντίθετο με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Στο μεταξύ, διαμαρτυρίες καταγράφονται και εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην Κύπρο περίπου 300 διαδηλωτές πραγματοποίησαν πορεία ζητώντας την απομάκρυνση των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων από το νησί, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.