Η Ευρώπη καλείται να καλύψει «πολλά κενά» στον τομέα των στρατιωτικών εξοπλισμών, κυρίως για να προσαρμοστεί στις τεχνολογικές καινοτομίες που έχουν αναδειχθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία τα τελευταία τέσσερα χρόνια, σύμφωνα με έκθεση του International Institute for Strategic Studies (IISS) του Λονδίνου.
Στην ετήσια έκδοση Military Balance 2026 του IISS επισημαίνεται ότι η στρατηγική ασφαλείας της κυβέρνησης Τραμπ ωθεί πολλές χώρες, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, να επανεξετάσουν την πολιτική Άμυνας τους.
Αύξηση στρατιωτικών δαπανών
Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών συνεχίστηκε «σε επίπεδα ρεκόρ» στην Ευρώπη το περασμένο έτος, φθάνοντας τα 562,9 δισ. δολάρια – ετήσια άνοδος 12,6% – με τη Γερμανία να προηγείται.
Παράλληλα, υπό την πίεση της Ουάσινγκτον, οι χώρες του ΝΑΤΟ δεσμεύτηκαν να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν στα 2,36 τρισ. δολάρια, αυξημένες κατά 2,5%, αν και με χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με τα προηγούμενα πέντε χρόνια.
Η μείωση του αμερικανικού προϋπολογισμού εξηγεί εν μέρει αυτήν την επιβράδυνση, ωστόσο το IISS προβλέπει ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα ξεπεράσει για πρώτη φορά το όριο του 1 τρισ. δολαρίων στον αμυντικό προϋπολογισμό του 2026.
Στην Ασία, οι αυξανόμενες ανησυχίες για την επιρροή και τις περιφερειακές φιλοδοξίες της Κίνας ενίσχυσαν τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων σε ολόκληρη την περιοχή.
Ουκρανία: τέσσερα χρόνια πολέμου
Η έκθεση, που δημοσιεύθηκε ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, υπογραμμίζει ότι δεν διαφαίνεται σύντομη λήξη του πολέμου, καθώς «καμία πλευρά δεν φαίνεται έτοιμη να μετακινήσει τις θέσεις της».
Παρά τις βαριές κυρώσεις και τις «1.000 ανθρώπινες απώλειες ημερησίως», η Ρωσία «κατάφερε να προσαρμοστεί, να ανανεωθεί και να διατηρήσει τις ικανότητές της».
Ωστόσο, η πορεία του πολέμου εξαρτάται κυρίως από τις αποφάσεις των χωρών που στηρίζουν τη Μόσχα και το Κίεβο, καθώς και οι δύο πλευρές είναι πλέον έντονα εξαρτημένες από εξωτερική βοήθεια.
Ο πόλεμος αποτελεί πηγή «ταχείας και διαρκούς εξέλιξης των στρατιωτικών τεχνολογιών», ιδιαίτερα στα drone και την Τεχνητή Νοημοσύνη. Το IISS αναφέρει ως παράδειγμα την ουκρανική επιχείρηση Spiderweb, επίθεση με drone κατά της ρωσικής αεροπορίας τον Ιούνιο του 2025.
Το ΝΑΤΟ ενισχύεται ανατολικά
Το Ινστιτούτο σημειώνει τις προσπάθειες του ΝΑΤΟ για ενίσχυση της ανατολικής του πτέρυγας απέναντι σε πιθανές απειλές, οι οποίες έγιναν εμφανείς μετά τη διείσδυση drone στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο 2025.
Η έκθεση αναφέρεται στα προγράμματα Ανατολική Ασπίδα και Βαλτική Αμυντική Γραμμή, που αναπτύσσονται στα σύνορα Πολωνίας και Βαλτικών χωρών, ενώ η Φινλανδία εξετάζει την επαναφορά ναρκών κατά προσωπικού.
Παράλληλα, το ΝΑΤΟ και η Ευρώπη επιδιώκουν την ανάπτυξη «τοίχων κατά drone» για την αντιμετώπιση επιθέσεων μεγάλης κλίμακας, όπως αυτές που αντιμετωπίζει η Ουκρανία.
Το IISS προειδοποιεί ότι οι ευρωπαϊκοί στρατοί δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι για τέτοιες επιθέσεις, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Ενδεικτική είναι η έκκληση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ τον περασμένο Ιούνιο για αύξηση κατά 400% των ενοποιημένων ικανοτήτων αντιαεροπορικής άμυνας της Συμμαχίας.
Ιράν και Κίνα στο επίκεντρο
Στη Μέση Ανατολή, το Ιράν υπέστη σοβαρά πλήγματα στη σύγκρουση Ισραήλ–Χαμάς, με τα αμερικανοϊσραηλινά χτυπήματα του Ιουνίου 2025 να προκαλούν σημαντικές ζημιές στις πυρηνικές και βαλλιστικές εγκαταστάσεις του, καθώς και αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Η έκθεση επισημαίνει ότι αυτό δημιουργεί «σοβαρά ερωτήματα για την ικανότητα του Ιράν να διατηρήσει (...) τον ρόλο του» στην περιοχή.
Όσον αφορά την Κίνα, ο αμυντικός της προϋπολογισμός αντιστοιχούσε το 2025 στο 44% των στρατιωτικών δαπανών της Ασίας.
Οι φιλοδοξίες του Πεκίνου επιβεβαιώθηκαν στη μεγάλη παρέλαση του Σεπτεμβρίου, όπου ανακοινώθηκε ότι διαθέτει την πυρηνική «τριάδα» – αεροπορικές, υποβρύχιες και χερσαίες πυρηνικές δυνατότητες.
Παρά το πογκρόμ κατά της διαφθοράς στις τάξεις του κινεζικού στρατού, το Πεκίνο αύξησε τις εναέριες διεισδύσεις κοντά στην Ταϊβάν, γεγονός που, σε συνδυασμό με την ένταση στις σχέσεις με την Ιαπωνία, προκαλεί έντονη ανησυχία στη Δύση για το ενδεχόμενο ανοικτής σύγκρουσης με την Κίνα.