Η νέα μελέτη του APC Microbiome του University College Cork (UCC) αποκαλύπτει ότι η πλούσια σε λιπαρά και ζάχαρη διατροφή κατά την πρώιμη ζωή μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ρυθμίζει την πρόσληψη τροφής. Οι επιπτώσεις αυτές παραμένουν ακόμη και όταν η ανθυγιεινή διατροφή διακοπεί και το σωματικό βάρος επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα.
Η έρευνα αναδεικνύει τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο της πρώιμης έκθεσης των παιδιών σε ανθυγιεινά τρόφιμα. Η συχνή κατανάλωση τροφών υψηλής ενεργειακής πυκνότητας και χαμηλής θρεπτικής αξίας στην παιδική ηλικία μπορεί να διαμορφώσει προτιμήσεις και να εγκαθιδρύσει ανθυγιεινά διατροφικά πρότυπα που επιμένουν και στην ενήλικη ζωή.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η έκθεση σε διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και ζάχαρη στα πρώτα χρόνια ζωής, σε προκλινικό μοντέλο ποντικού, προκάλεσε επίμονες αλλοιώσεις στη διατροφική συμπεριφορά κατά την ενηλικίωση. Οι αλλαγές αυτές συνδέθηκαν με διαρκείς διαταραχές στον υποθάλαμο, περιοχή του εγκεφάλου που εμπλέκεται στον έλεγχο της όρεξης και την ενεργειακή ισορροπία.
Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Communications, παρεμβάσεις που στοχεύουν στο μικροβίωμα του εντέρου μπορούν να συμβάλουν στην εξουδετέρωση αυτών των επιπτώσεων. Ειδικότερα, η χρήση του στελέχους ωφέλιμων βακτηρίων Bifidobacterium longum APC1472 ή πρεβιοτικών ινών (φρουκτο-ολιγοσακχαρίτες και γαλακτο-ολιγοσακχαρίτες), που υπάρχουν φυσικά σε τρόφιμα όπως κρεμμύδια, σκόρδο, πράσα, σπαράγγια και μπανάνες, φαίνεται να έχει θετική δράση.
Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία της ισορροπημένης διατροφής από τα πρώτα χρόνια ζωής και ανοίγουν νέους δρόμους για παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη μεταγενέστερη υγεία και ευεξία.