Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε την αντίθεσή του στην προσάρτηση της Δυτικής Όχθης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για σταθερότητα στην περιοχή, σύμφωνα με δηλώσεις Αμερικανού αξιωματούχου μετά την απόφαση του Ισραήλ να ενισχύσει τον έλεγχό του στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και αποτελούν βασικό σύμμαχο του Ισραήλ, απέφυγαν να προβούν σε άμεση κριτική των μέτρων αυτών, παρά το κύμα διεθνών αντιδράσεων που προκάλεσαν οι αποφάσεις για πιθανή επέκταση των εβραϊκών οικισμών στη Δυτική Όχθη.
«Όπως ο πρόεδρος έχει δηλώσει ξεκάθαρα, δεν στηρίζει την προσάρτηση της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ», ανέφερε αργά το βράδυ της Δευτέρας αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ. Ο ίδιος πρόσθεσε πως «μια σταθερή Δυτική Όχθη εγγυάται την ασφάλεια του Ισραήλ και ανταποκρίνεται στον στόχο αυτής της κυβέρνησης να εδραιώσει την ειρήνη».
Το ισραηλινό Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε την Κυριακή σειρά κανόνων που επιτρέπουν την επέκταση του ελέγχου του Ισραήλ σε περιοχές υπό διοίκηση της Παλαιστινιακής Αρχής, σύμφωνα με τις συμφωνίες του Όσλο της δεκαετίας του 1990.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου αναμένεται στην Ουάσινγκτον, όπου θα συναντηθεί με τον Αμερικανό πρόεδρο για να συζητήσουν τον ιρανικό φάκελο και τις εξελίξεις στην περιοχή.
Διεθνείς αντιδράσεις
Οι υπουργοί Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου, της Τουρκίας, του Κατάρ, της Ιορδανίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Ινδονησίας και του Πακιστάν καταδίκασαν την επιβολή «μιας νέας νομικής και διοικητικής πραγματικότητας στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη». Όπως ανέφεραν, η κίνηση αυτή επιταχύνει «τις προσπάθειες της παράνομης προσάρτησής της και τον εκτοπισμό του παλαιστινιακού λαού».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταδίκασε επίσης τις εξελίξεις, χαρακτηρίζοντάς τες «ένα ακόμη βήμα προς τη λάθος κατεύθυνση».