Συγκρατημένη αισιοδοξία επικρατεί στις διεθνείς αγορές, καθώς έχουν επανεκκινήσει οι συζητήσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μετά τα χτυπήματα που αντάλλαξαν τις τελευταίες ημέρες. Οι τιμές του πετρελαίου σταθεροποιούνται μετά την ανοδική κίνηση των τελευταίων ημερών.
Τα futures στη Wall Street κινούνται ανοδικά, με του Dow Jones να κινούνται κατά 0,25% υψηλότερα, ενώ του S&P 500 και του Nasdaq ενισχύονται κατά 0,48% και 0,85% αντίστοιχα.
Αντίστοιχα, οι ευρωπαϊκές αγορές βρίσκονται σε θετικό έδαφος, με τα futures του πανευρωπαϊκού δείκτη Eurostoxx 50 να σημειώνουν άνοδο 0,30% και του DAX στη Φρανκφούρτη κατά 0,45%. Οριακή άνοδο για του CAC 40 στο Παρίσι ενώ κατά 0,12% σημειώνουν άνοδο του FTSE 100 στο Λονδίνο.
Με θετικό πρόσημο κινούνται και οι ασιατικές αγορές με τον Nikkei στην Ιαπωνία σημειώνει άνοδο 0,43% στις 69.946 μονάδες, και ο Kospi στη Ν. Κορέα καταγράφει οριακά κέρδη 0,17% στις 8.425 μονάδες, ενώ ο Hang Seng στο Χονγκ Κονγκ ενισχύεται κατά 1,86% στις 23.072 μονάδες.
Το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει καταφέρει να δείξει αντιστάσεις απέναντι στις διεθνείς πιέσεις καταγράφοντας τον Ιούνιο άνοδο 3,23%, με τον Γενικό Δείκτη να ξεκινάει την εβδομάδα στις 2.449,29 μονάδες.
Σε ανοδική πορεία οι τιμές του πετρελαίου μετά τα χτυπήματα που αντάλλαξαν Ιράν και ΗΠΑ τις τελευταίες ημέρες, με το Brent να κινείται στα 73 δολάρια το βαρέλι σημειώνοντας άνοδο 1%, ενώ το αμερικανικό αργό βρίσκεται στα 70 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο 1,3%.
Οι ελπίδες για μια διαρκή ειρήνη μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, σε συνδυασμό με την αισιοδοξία γύρω από τον κλάδο της τεχνολογίας, έχουν θέσει τις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές σε τροχιά καταγραφής του καλύτερου τριμήνου τους από το 2020.
Αν και ιστορικά ένα ισχυρό πρώτο εξάμηνο αποτελεί συνήθως θετικό προάγγελο για την πορεία των αγορών στο υπόλοιπο του έτους, οι επενδυτές εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σειρά από σημαντικούς κινδύνους.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η ανθεκτικότητα της ανοδικής τάσης που έχει δημιουργήσει η τεχνητή νοημοσύνη στις αγορές, η πιθανότητα περαιτέρω ανόδου των επιτοκίων, καθώς και η επιτάχυνση των κρατικών δαπανών, που ενδέχεται να επηρεάσει τις οικονομικές προοπτικές και τη νομισματική πολιτική.