Έντονες επιφυλάξεις για τις επιπτώσεις που θα έχει η πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από τις Αναδυόμενες Αγορές (EM) στις Ανεπτυγμένες Αγορές (DM) της MSCI εκφράζει η JP Morgan, προειδοποιώντας ότι η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε καθαρές εκροές κεφαλαίων, υποβάθμιση της αναλυτικής κάλυψης και μείωση του επενδυτικού ενδιαφέροντος για το ελληνικό χρηματιστήριο.
Η MSCI ανακοίνωσε ότι ξεκινά διαβούλευση για την ανακατάταξη της Ελλάδας, με στόχο η αλλαγή να τεθεί σε ισχύ στην αναθεώρηση δεικτών του Αυγούστου 2026. Η JP Morgan θεωρεί ότι η διαδικασία είναι τυπική και ότι η μετάβαση της Ελλάδας στις Ανεπτυγμένες Αγορές είναι ουσιαστικά προεξοφλημένη.
Η JP Morgan δηλώνει αιφνιδιασμένη από το χρονοδιάγραμμα της ένταξης της Ελλάδας, καθώς θεωρούσε ότι «οποιαδήποτε επίσπευση θα ήταν της τάξης των έξι μηνών, προς τον Νοέμβριο του 2027, και όχι μια μετατόπιση στον Αύγουστο του 2026».
Σημειώνει ότι το κανονικό χρονοδιάγραμμα σύμφωνα με τους κανόνες της MSCI, θα ήταν πρώτα η ανακοίνωση στην Ετήσια Ανασκόπηση Κατάταξης Αγορών του Ιουνίου 2026, η οποία ενεργοποιεί μια διαδικασία διαβούλευσης διάρκειας ενός έτους, εν συνεχεία η επιβεβαίωση της αναβάθμισης στην Ετήσια Ανασκόπηση Κατάταξης Αγορών του Ιουνίου 2027, και τρίτον και τελικό στάδιο, η υλοποίηση της αναβάθμισης στην αναθεώρηση των δεικτών στα τέλη Μαΐου 2028.
Όπως είχε γράψει και στη σημείωσή της τον Ιούλιο, «Ωστόσο, η MSCI θα μπορούσε να επιλέξει να επιταχύνει αυτό το χρονοδιάγραμμα, χρησιμοποιώντας τη “συνετή διακριτική ευχέρεια” που διατηρεί για τον εαυτό της σε αυτές τις αποφάσεις [βλ. γκρι πλαίσιο παρακάτω]. Η MSCI πράγματι επιτάχυνε το χρονοδιάγραμμα για το Κουβέιτ, το οποίο εισήλθε στον δείκτη τον Νοέμβριο του 2020. Δεδομένου ότι οι περισσότεροι επενδυτές είναι ήδη οργανωμένοι για να διαπραγματεύονται την Ελλάδα, θεωρούμε ότι μια επιτάχυνση δεν είναι ούτε απερίσκεπτη ούτε εκτός συζήτησης».
Μικρό βάρος στον MSCI Europe η Ελλάδα
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της αμερικανικής τράπεζας, η Ελλάδα θα εισέλθει στον δείκτη MSCI Europe με μόλις πέντε μετοχές, έναντι οκτώ που περιλαμβάνονται σήμερα στον δείκτη Αναδυόμενων Αγορών, και με βάρος μόλις 37 μονάδων βάσης. Αυτό θα καταστήσει την ελληνική αγορά τη δεύτερη μικρότερη στον MSCI Europe, μεγαλύτερη μόνο από την Πορτογαλία και μικρότερη από την Ιρλανδία και την Αυστρία.
Η αλλαγή αυτή αναμένεται να συνοδευτεί από καθαρές εκροές κεφαλαίων της τάξεως των 500 εκατ. δολαρίων. Ειδικότερα, η J.P. Morgan εκτιμά εκροές 5,2 δισ. δολαρίων από τις τρεις μετοχές που θα εξέλθουν των δεικτών και εισροές 4,7 δισ. δολαρίων στις πέντε που θα μετακινηθούν στις Ανεπτυγμένες Αγορές.
Παρά την κοινή αντίληψη στην αγορά ότι η αναβάθμιση θα έφερνε σημαντικές εισροές, η τράπεζα επισημαίνει ότι η μετάβαση από τον MSCI EM στον MSCI DM συνεπάγεται περιορισμένες εισροές για τις μετοχές που παραμένουν και σημαντικές εκροές για όσες αφαιρούνται, οδηγώντας τελικά σε αρνητικό ισοζύγιο.
Απώλεια εστίασης και μειωμένο ενδιαφέρον
Κατά την J.P. Morgan, το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο οι ροές κεφαλαίων, αλλά η απώλεια επενδυτικής προσοχής. Η μετακίνηση από μια επενδυτική βάση Αναδυόμενων Αγορών με έντονη εστίαση στη χώρα, σε μια πανευρωπαϊκή βάση με κλαδικό προσανατολισμό, καθιστά τις ελληνικές μετοχές «αόρατες» μέσα στους μεγάλους ευρωπαϊκούς δείκτες.
Η υποβάθμιση από ποσοστό άνω του 4% του MSCI EMEA EM σε λιγότερο από 40 μ.β. του MSCI Europe και 6 μ.β. του MSCI World είναι πιθανό να μειώσει τον αριθμό των επενδυτών που δίνουν προσοχή στην αγορά. Η μετάβαση από μια επενδυτική βάση EM με επίκεντρο τη χώρα σε μια πανευρωπαϊκή επενδυτική βάση με επίκεντρο τους κλάδους συνεπάγεται απώλεια εστίασης για τις ελληνικές μετοχές, καθεμία από τις οποίες είναι μικρή εντός του αντίστοιχου πανευρωπαϊκού κλάδου.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η Εθνική Τράπεζα, η μεγαλύτερη ελληνική μετοχή, θα κατατασσόταν μόλις ως η 58η μεγαλύτερη χρηματοοικονομική εταιρεία στον MSCI Europe, ενώ η ΔΕΗ θα ήταν η δεύτερη μικρότερη εταιρεία κοινής ωφέλειας. «Με τέτοια μεγέθη, είναι εύκολο για τους επενδυτές να προσπεράσουν την Ελλάδα», σημειώνει η έκθεση.
Για τις καθαρές εκροές που θα υπάρξουν, η JP Morgan σημειώνει πως οι περισσότεροι επενδυτές με τους οποίους μιλάει, θεωρούν ότι η μετάβαση στις Ανεπτυγμένες Αγορές θα συνοδευόταν από μεγάλες εισροές. Ωστόσο, η μετακίνηση από τον MSCI EM στον MSCI DM συνεπάγεται εισροές περίπου 75–100 μονάδων βάσης της κεφαλαιοποίησης για κάθε μετοχή που μετακινείται στις Ανεπτυγμένες Αγορές, έναντι εκροών περίπου 8% της κεφαλαιοποίησης για κάθε μετοχή που εξέρχεται από τον δείκτη.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, παρατηρείται μικρή εισροή στις 5 μετοχές που παραμένουν (οι οποίες έχουν μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση) και μεγάλες εκροές στις 3 μετοχές που αφαιρούνται – κάτι που οδηγεί συνολικά σε μικρή καθαρή εκροή.
Σημειώνεται ότι ο ΟΠΑΠ βρίσκεται κοντά στο όριο ένταξης και, εάν υπεραποδώσει έναντι των μετοχών των Ανεπτυγμένων Αγορών τους επόμενους μήνες, ο υπολογισμός των εκροών θα μεταβληθεί από εκροή 500 εκατ. δολαρίων σε εκροή περίπου 150 εκατ. δολαρίων, εφόσον ο ΟΠΑΠ συμπεριληφθεί στον δείκτη.
Ιστορικό προηγούμενο και συγκρίσεις με την Ευρώπη
Ορισμένοι στην Ελλάδα υποστηρίζουν ότι, επειδή η Ελλάδα βρίσκεται στην Ευρωζώνη, θα έπρεπε προφανώς να περιλαμβάνεται στον MSCI Europe. Η Ελλάδα είναι πράγματι μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, αλλά το ίδιο ισχύει και για τις χώρες της Βαλτικής, τη Σλοβακία και τη Σλοβενία. Καμία από αυτές τις αγορές δεν περιλαμβάνεται στον MSCI Europe, ούτε στις Ανεπτυγμένες Αγορές, ούτε καν στον MSCI Αναδυόμενων Αγορών.
Η JP Morgan θεωρεί ότι ο στόχος της ένταξης σε δείκτες θα πρέπει να είναι η μεγιστοποίηση της προσοχής των επενδυτών. Το να αποτελεί η Ελλάδα λιγότερο από 40 μονάδες βάσης σε έναν κλαδικά προσανατολισμένο δείκτη Ανεπτυγμένων Αγορών Ευρώπης και μόλις 6 μονάδες βάσης στον MSCI World θα μπορούσε να επιτρέψει στους επενδυτές να αγνοήσουν πλήρως την Ελλάδα.
Υπενθυμίζει επίσης, ότι όταν η Ελλάδα αναβαθμίστηκε σε Ανεπτυγμένη Αγορά το 2001, το ενδιαφέρον για την αγορά μειώθηκε απότομα. Υποθέτουμε ότι το ίδιο θα συμβεί και τώρα.
Θα συγκέντρωνε η Ελλάδα σημαντικά μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη Νορβηγία, την Αυστρία ή την Ιρλανδία; Ανέκδοτα, μιλήσαμε με την ομάδα Ευρωπαϊκής Στρατηγικής μας, η οποία μας ανέφερε ότι έχει δεχθεί λιγότερες από πέντε ερωτήσεις τον τελευταίο χρόνο για τη Νορβηγία, την Ιρλανδία, την Αυστρία και την Πορτογαλία – λιγότερες από πέντε συνολικά.
Ορισμένοι επενδυτές Αναδυόμενων Αγορών είναι υπέρβαροι (overweight) στην Ελλάδα και επιθυμούν η αγορά να παραμείνει στις Αναδυόμενες Αγορές – μέχρι στιγμής δεν έχουμε ακούσει ούτε έναν επενδυτή Ανεπτυγμένων Αγορών Ευρώπης που να θέλει να προσθέσει την Ελλάδα στα benchmarks των Ανεπτυγμένων Αγορών.